4.5.12

Η λάμψη

- Πετάς; τον ρώτησε αυτός που κρατούσε το μαχαίρι.
Ο άλλος σιγά σιγά δδν πάταγε πια το χώμα, σιγά σιγά
είχε σηκωθεί κάπου μισό μέτρο πάνω από τη γη.

- Όμως είπε ο πρώτος:
Εγώ κι έτσι που ανεβαίνεις να στο
καρφώσω το μαχαίρι.
Και τότε με μια λάμψη ο άλλος και μ' ένα
σφύριγμα εκκωφαντικό σα σφαίρα πυροβόλου
χάθηκε, εξαφανίστηκε μέσα στο διάστημα.

Έκπληκτος κοίταζε ο απομείνας
το άχρηστο πια χέρι του.

Δεν υπάρχουν σχόλια: