27.3.12

Περιμένοντας το βράδυ

Δεν ξέρω πώς, δεν ξέρω πού, δεν ξέρω πότε, όμως τα βραδιά
κάποιος κλαίει πίσω από την πόρτα
κι η μουσική είναι φίλη μας – και συχνά μέσα στον ύπνο
ακούμε τα βήματα παλιών πνιγμένων ή περνούν μες
στον καθρέφτη πρόσωπα
που τα είδαμε κάποτε σ’ ένα δρόμο η ένα παράθυρο
και ξανάρχονται επίμονα
σαν ένα άρωμα απ’ τη νιότη μας - το μέλλον είναι άγνωστο
το παρελθόν ένα αίνιγμα
η στιγμή βιαστική κι ανεξήγητη.
Οι ταξιδιώτες χάθηκαν στο βάθος
άλλους τους κράτησε για πάντα το φεγγάρι
οι καγκελόπορτες το βράδυ ανοίγουνε μ’ ένα λυγμό
οι ταχυδρόμοι ξέχασαν το δρόμο
κι η εξήγηση θα ‘ρθει κάποτε
όταν δεν θα χρειάζεται πια καμία εξήγηση.
Α, πόσα ρόδα στο ηλιοβασίλεμα - τι έρωτες Θέε μου, τι ηδονές
τι όνειρα,
ας πάμε τώρα να εξαγνιστούμε μες στη λησμονιά.

5.3.12

Ποίημα των οπισθίων

Κώλοι πολλοί υπάρχουνε εις το ωραίον φύλλον,
με σχήματα διάφορα σε μέγεθος ποικίλον.
Κώλοι χοντροί, κώλοι λεπτοί, κώλοι απαλοί κι αφράτοι,
κώλοι σα ζύμη μαλακοί και κώλαροι τριζάτοι,
κώλοι σκληροί σαν πέτρινοι και άλλοι λαστιχένιοι,
κώλοι δροσάτοι, τροφαντοί και κώλοι μαραμένοι,
κώλοι μεγάλοι σαν βουνά και κώλοι μια χουφτίτσα,
κώλοι που 'χουν κουνήματα και κάνουνε καπρίτσια
κώλοι σαν τάβλα επίπεδοι, κι άλλοι ψηλά βαλμένοι,
κώλοι σαν φράπες τουρλωτοί και κώλοι κρεμασμένοι,
κώλοι κομψοί, συμμετρικοί και περιποιημένοι
και κώλοι ασουλούπωτοι, «μπόγοι κακοδεμένοι».
Κώλοι σαν τριαντάφυλλο και κώλοι σαν αχλάδι,
κώλοι που προκαλούν κλοτσιά κι άλλοι που θέλουν χάδι
Κώλοι σαν αλαβάστρινοι, που μοιάζουν με καθρέφτη
κώλοι που θέλουν φίλημα κι άλλοι που θέλουν νέφτι
κώλοι σπανοί, δασύτριχοι, κώλοι σαν κολλιτσίδες
και κώλοι που στενάζουνε από αιμορροΐδες.
Κώλοι ακριβοί, κώλοι φτηνοί, μονάχα δυο παράδες
και κώλοι που προσφέρονται εις τους κωλομπαράδες
κώλοι «τοιούτων», ευτραφείς, μοσχοπουδραρισμένοι,
και κώλοι απλησίαστοι γιατ 'είναι λερωμένοι.
Κώλοι αριστουργήματα, όλο καλλιγραφία
και κώλοι σαν της μυλωνούς την ανορθογραφία.
Κώλοι που σε ζαλίζουνε σαν τους κρυφοκοιτάς
και που σε κάνουνε να λες... «ή ταν ή επί τας!»
Κώλοι οπού το βλέμμα σου δεν ξεκολλά ευκόλως
που τους θωρείς όταν περνούν κι αναφωνείς: «Τι κώλος!»