18.11.12

Σάρκινος λόγος

Τι όμορφη που είσαι.
Με τρομάζει η ομορφιά σου. Σε πεινάω. Σε διψάω.
Σου δέομαι:
Κρύψου, γίνε αόρατη για όλους, ορατή μόνο σ' εμένα.
Καλυμένη απ' τα μαλλιά ως τα νύχια των ποδιών με σκοτεινό διάφανο πέπλο
διάστικτο απ' τους ασημένιους στεναγμούς εαρινών φεγγαριών.
Οι πόροι σου εκπέμπουν φωνήεντα, σύμφωνα ιμερόεντα.
Αρθρώνονται απόρρητες λέξεις. Τριανταφυλλιές εκρήξεις απ' τη πράξη του έρωτα.
Το πέπλο σου ογκώνεται, λάμπει πάνω απ' τη νυχτωμένη πόλη με τα ημίφωτα μπαρ, τα ναυτικά οινομαγειρεία.
Πράσινοι προβολείς φωτίζουνε το διανυκτερεύον φαρμακείο.
Μιά γυάλινη σφαίρα περιστρέφεται γρήγορα δείχνοντας τοπία της υδρογείου.
Ο μεθυσμένος τρεκλίζει σε μια τρικυμία φυσημένη απ' την αναπνοή του σώματός σου.
Μη φεύγεις. Μη φεύγεις. Τόσο υλική, τόσο άπιαστη.
Ένας πέτρινος ταύρος πηδάει απ' το αέτωμα στα ξερά χόρτα.
Μιά γυμνή γυναίκα ανεβαίνει τη ξύλινη σκάλα κρατώντας μιά λεκάνη με ζεστό νερό.
Ο ατμός της κρύβει το πρόσωπο.
Ψηλά στον αέρα ένα ανιχνευτικό ελικόπτερο βομβίζει σε αόριστα σημεία.
Φυλάξου. Εσένα ζητούν. Κρύψου βαθύτερα στα χέρια μου.
Το τρίχωμα της κόκκινης κουβέρτας που μας σκέπει, διαρκώς μεγαλώνει.
Γίνεται μια έγκυος αρκούδα η κουβέρτα.
Κάτω από τη κόκκινη αρκούδα ερωτευόμαστε απέραντα, πέρα απ' το χρόνο κι απ' το θάνατο πέρα, σε μιά μοναχική παγκόσμιαν ένωση.
Τι όμορφη που είσαι. Η ομορφιά σου με τρομάζει.
Και σε πεινάω. Και σε διψάω. Και σου δέομαι: Κρύψου.

14.10.12

Φθινόπωρο

Τί γυρεύει το κορίτσι
στο σκοτάδι της καρέκλας;
γρήγορα
καθὼς νυχτώνει το φθινόπωρο
γδύνεται
με σύννεφα μπροστά στα μάτια
με τη βροχή μέσα στο κεφάλι
με τη βελόνα στην καρδιά
βγάζει τις κάλτσες
βγάζει τα λουλούδια
πετάει το φωτοστέφανο
έξω τα φύλλα του καιρού βάφονται μέσε στο αίμα

23.9.12

Ισπανία φτωχιά από φταίξιμο των πλουσίων

Καταραμένοι
αυτοί που κάποια μέρα δεν είδαν,
καταραμένοι τυφλοί καταραμένοι,
αυτοί που δεν σπεύσανε να δώσουν
στη σεπτή πατρίδα ψωμί
αλλά τα δάκρυα, καταραμένες
λερωμένες στολές
και ράσα αγρίων,
βρωμερών σκύλων των σπυλαίων και
του τάφου.

Η φτώχεια στην Ισπανία ήταν
σαν άλογα γεμάτα καπνό,
σαν πέτρες πεσμένες
από την πηγή της κακομοιριάς,
χώματα δημητριακά που δεν άνοιγαν,
μυστικές αποθήκες από
γαλάζιο και καλάι,
ωάρια, θύρες, κλεισμένα τόξα,
βάθη που θέλαν να γεννοβολήσουν,
όλα φυλάγονταν
από τρίκωρους φρουρούς, με δίκαννα,
από παπάδες με θλιβερό ποντικίσιο χρώμα,
από λακέδες του βασιλιά
με τον πελώριο πισινό.

Σκληρή Ισπανία, χώρα μηλένια και πεύκινη
σου απαγόρευαν οι αλήτες αφέντες σου:
μη σπείρεις, μη ζευγαρώσεις
τα γελάδια, να κλειστείς στον εαυτό σου σαν
σε τάφο,
να επισκέφτεσαι κάθε χρόνο το μνημείο
του Χριστόφορου του ναύτη,
να χλιμιντράς
«ομιλίες» με τους πιθήκους που έρχονταν
απ' την Αμερική
όμοιους σε «κοινωνική
θέση» και φτωχολογιά.

Μη στήνεις σκολειά,
μη κάνεις να τρίξει
το φλούδι της γης μ' αλέτρια, μη γιομίσεις
τους σιτοβολώνες με τη σταρένια αφθονία:
προσεύχεστε,
κτήνη, προσεύχεστε,
ένας θεός, μ' έναν τεράστιο αφεδρώνα σαν του
βασιλιά σάς περιμένει: «Εκεί, θα φάτε σούπα,
αδελφοί μου».

Ισπανία στην καρδιά, Ύμνος στις δόξες του λαού εν πολεμω (1936 - 1937)

14.9.12

Διάρκεια

Μια καταιγίδα μία μόνο
από ορίζοντα σε ορίζοντα
και πάνω σ΄ όλη τη γη
για να σκουπίσει τη σκόνη
τις μυριάδες τα ξερά φύλλα
για να απογυμνώσει όλα τα δέντρα
για να ερημώσει τις καλλιέργειες
για να καταρρίψει τα πουλιά
για να διασκορπίσει τα κύματα
να καθαρίσει τις αναθυμιάσεις
για να καταστρέψει την ισορροπία
του ήλιου του πιο ζεστού
διώχνοντας μάζες αδυναμίας
κόσμος που δεν ζυγίζει τίποτα
κόσμος αρχαίος που μ' αγνοεί
ίσκιος ξετρελλαμένος

δεν θα είμαι πια ελεύθερος παρά μέσα στ' άλλα χέρια

11.8.12

The Aliens

You may not believe it
but there are people
who go through life with
very little
friction or
distress.
they dress well, eat
well, sleep well.
they are contented with
their family
life.
they have moments of
grief
but all in all
they are undisturbed
and often feel
very good.
and when they die
it is an easy
death, usually in their
sleep.

You may not believe
it
but such people do
exist.

But I am not one of
them.
oh no, I am not one
of them,
I am not even near
to being
one of
them

But they are
there
and I am
here.

4.5.12

Η λάμψη

- Πετάς; τον ρώτησε αυτός που κρατούσε το μαχαίρι.
Ο άλλος σιγά σιγά δδν πάταγε πια το χώμα, σιγά σιγά
είχε σηκωθεί κάπου μισό μέτρο πάνω από τη γη.

- Όμως είπε ο πρώτος:
Εγώ κι έτσι που ανεβαίνεις να στο
καρφώσω το μαχαίρι.
Και τότε με μια λάμψη ο άλλος και μ' ένα
σφύριγμα εκκωφαντικό σα σφαίρα πυροβόλου
χάθηκε, εξαφανίστηκε μέσα στο διάστημα.

Έκπληκτος κοίταζε ο απομείνας
το άχρηστο πια χέρι του.

27.3.12

Περιμένοντας το βράδυ

Δεν ξέρω πώς, δεν ξέρω πού, δεν ξέρω πότε, όμως τα βραδιά
κάποιος κλαίει πίσω από την πόρτα
κι η μουσική είναι φίλη μας – και συχνά μέσα στον ύπνο
ακούμε τα βήματα παλιών πνιγμένων ή περνούν μες
στον καθρέφτη πρόσωπα
που τα είδαμε κάποτε σ’ ένα δρόμο η ένα παράθυρο
και ξανάρχονται επίμονα
σαν ένα άρωμα απ’ τη νιότη μας - το μέλλον είναι άγνωστο
το παρελθόν ένα αίνιγμα
η στιγμή βιαστική κι ανεξήγητη.
Οι ταξιδιώτες χάθηκαν στο βάθος
άλλους τους κράτησε για πάντα το φεγγάρι
οι καγκελόπορτες το βράδυ ανοίγουνε μ’ ένα λυγμό
οι ταχυδρόμοι ξέχασαν το δρόμο
κι η εξήγηση θα ‘ρθει κάποτε
όταν δεν θα χρειάζεται πια καμία εξήγηση.
Α, πόσα ρόδα στο ηλιοβασίλεμα - τι έρωτες Θέε μου, τι ηδονές
τι όνειρα,
ας πάμε τώρα να εξαγνιστούμε μες στη λησμονιά.

5.3.12

Ποίημα των οπισθίων

Κώλοι πολλοί υπάρχουνε εις το ωραίον φύλλον,
με σχήματα διάφορα σε μέγεθος ποικίλον.
Κώλοι χοντροί, κώλοι λεπτοί, κώλοι απαλοί κι αφράτοι,
κώλοι σα ζύμη μαλακοί και κώλαροι τριζάτοι,
κώλοι σκληροί σαν πέτρινοι και άλλοι λαστιχένιοι,
κώλοι δροσάτοι, τροφαντοί και κώλοι μαραμένοι,
κώλοι μεγάλοι σαν βουνά και κώλοι μια χουφτίτσα,
κώλοι που 'χουν κουνήματα και κάνουνε καπρίτσια
κώλοι σαν τάβλα επίπεδοι, κι άλλοι ψηλά βαλμένοι,
κώλοι σαν φράπες τουρλωτοί και κώλοι κρεμασμένοι,
κώλοι κομψοί, συμμετρικοί και περιποιημένοι
και κώλοι ασουλούπωτοι, «μπόγοι κακοδεμένοι».
Κώλοι σαν τριαντάφυλλο και κώλοι σαν αχλάδι,
κώλοι που προκαλούν κλοτσιά κι άλλοι που θέλουν χάδι
Κώλοι σαν αλαβάστρινοι, που μοιάζουν με καθρέφτη
κώλοι που θέλουν φίλημα κι άλλοι που θέλουν νέφτι
κώλοι σπανοί, δασύτριχοι, κώλοι σαν κολλιτσίδες
και κώλοι που στενάζουνε από αιμορροΐδες.
Κώλοι ακριβοί, κώλοι φτηνοί, μονάχα δυο παράδες
και κώλοι που προσφέρονται εις τους κωλομπαράδες
κώλοι «τοιούτων», ευτραφείς, μοσχοπουδραρισμένοι,
και κώλοι απλησίαστοι γιατ 'είναι λερωμένοι.
Κώλοι αριστουργήματα, όλο καλλιγραφία
και κώλοι σαν της μυλωνούς την ανορθογραφία.
Κώλοι που σε ζαλίζουνε σαν τους κρυφοκοιτάς
και που σε κάνουνε να λες... «ή ταν ή επί τας!»
Κώλοι οπού το βλέμμα σου δεν ξεκολλά ευκόλως
που τους θωρείς όταν περνούν κι αναφωνείς: «Τι κώλος!»

28.2.12

Φαντασία

Φαντασία δέσποινα, έλα,
τρέξε πρωτοστάτη Ναύ,
σύρτε αδάμαστες δουλεύτρες,
ω νεράϊδες του Ρυθμού,
κι απ' του πόθου τα βαθιά,
τα ψηλά του λογισμού
φέρτε, φέρτε, του μαρμάρου
τ' άνθια καὶ του χρυσαφιού,
τα λαμπρόηχα λόγια φέρτε,
και ρυθμίστ' ένα παλάτι
και στυλώστε μέσα εκεί
του Ηλίου το είδωλο, και κείνο
υπερούσια καμωμένο
από ηλιοφεγγοβολή.

22.2.12

Το κοράκι

Κάποια φορά, μεσάνυχτα, ενώ εμελετούσα κατάκοπος κι αδύναμος ένα παλιό βιβλίο μιας επιστήμης άγνωστης, άκουσα ένα κρότο σα να χτυπούσε σιγανά κανείς στη ξώπορτά μου. "Κανένας ξένος", σκέφτηκα "οπού χτυπά τη πόρτα, τούτο θα είναι μοναχά και όχι τίποτ' άλλο".

Θυμάμαι ήταν στον ψυχρό και παγερό Δεκέμβρη και κάθε λάμψη της φωτιάς σα φάντασμα φαινόταν. Ποθούσα το ξημέρωμα, μάταια προσπαθούσα να δώσει με παρηγορία στη λύπη το βιβλίο, για τη γλυκιά Ελεονόρα μου, την όμορφη τη κόρη όπως οι αγγέλοι τη καλούν, ενώ εδώ δεν έχει για πάντα ούτε όνομα.

Και τ' αλαφρό μουρμουρητό που κάναν οι κουρτίνες με άγγιζε, με γέμιζε με τρόμους φανταχτούς, και για να πάψει τ' άγριο το χτύπημα η καρδιά μου σηκώθηκα φωνάζοντας: "Θα είναι κάποιος ξένος όπου ζητά να κοιμηθεί έδω στη κάμαρά μου αυτό θα είναι μοναχά και περισσότερο όχι".

Τώρα μου φάνηκε η ψυχή πιο δυνατή για τούτο, "Κύριε" είπα, "ή Κυρά, ζητώ να συγχωρείστε, γιατί εγώ ενύσταζα κι ο κρότος ήταν λίγος, ήσυχος, που δεν άκουσα εάν χτυπά η πόρτα" κι άνοιξα στους αγέρηδες ορθάνοιχτη τη πόρτα σκοτάδι ήταν γύρω μου και όχι τίποτ' άλλο.

Μες στο σκοτάδι στάθηκα ώρα πολλή μονάχος, γεμάτος τρόμους κι όνειρα που πρώτη φορά τότε η λυπημένη μου ψυχή στα βάθη της επήρε, μα η σιγή ήταν άσωστη και το σκοτάδι μαύρο κι "Ελεονόρα" μοναχά ακούγονταν η ηχώ από τη λέξη που 'βγαινε απ' τα ανοιχτά μου χείλη. Αυτό μονάχα ήτανε και όχι τίποτ' άλλο.

Γυρίζοντας στη κάμαρα με μια καρδιά όλο φλόγα, άκουσα πάλι να χτυπούν πιο δυνατά από πρώτα. "Σίγουρα κάποιος θα χτυπά από το παραθύρι, ας πάω να δω κι ας λύσω πια ετούτο το μυστήριο, ας ησυχάσει η μαύρη μου καρδιά και θα το λύσω, θα είναι οι αγέρηδες και όχι τίποτ' άλλο.

'Ανοιξα το παράθυρο κι ένα κοράκι μαύρο με σχήμα μεγαλόπρεπο στη κάμαρα μου μπήκε και χωρίς διόλου να σταθεί ή ν' αμφιβάλλει λίγο, επήγε και εκάθισε στη πέτρινη Παλλάδα απάνω από τη πόρτα μου, γιομάτο σοβαρότη. Κουνήθηκεν, εκάθισε και όχι τίποτ' άλλο.

Το εβενόχρωμο πουλί που σοβαρό καθόταν τη λυπημένη μου ψυχή έκανε να γελάσει. "Χωρίς λοφίο", ρώτησα, "κι αν είν' η κεφαλή σου δεν είσαι κάνας άνανδρος, αρχαϊκό κοράκι, που κατοικείς στις πένθιμες ακρογιαλιές της Νύχτας; Στ' όνομα της Πλουτωνικής της Νύχτας, τ' όνομά σου!" Και το κοράκι απάντησε: "Ποτέ από 'δω και πια".

Ξεπλάγηκα σαν άκουσα το άχαρο πουλί ν' ακούει τόσον εύκολα τα όσα το ρωτούσα αν κι η μικρή απάντηση που μου 'δωσε δεν ήταν καθόλου ικανοποιητική στα όσα του πρωτόπα, γιατί ποτέ δεν έτυχε να δεις μες στη ζωή σου ένα πουλί να κάθεται σε προτομή γλυμμένη απάνω από τη πόρτα σου να λέει: "Ποτέ πια".

Μα το Κοράκι από κει που ήταν καθισμένο δεν είπε άλλη λέξη πια σα να 'ταν η ψυχή του από τις λέξεις: "Ποτέ πια", γεμάτη από καιρό. Ακίνητο καθότανε, χωρίς ένα φτερό του να κινηθεί σαν άρχιζα να ψιθυρίζω αυτά: "Τόσοι μου φίλοι φύγανε ως και αυτές οι Ελπίδες κι όταν θε να 'ρθει το πρωΐ κι εσύ θε να μου φύγεις". Μα το πουλί απάντησε: "Ποτέ από δω και πια".

Ετρόμαξα στη γρήγορη απάντηση που μου 'πε πάντα εκεί ακίνητο στη προτομήν απάνω. "Σίγουρα" σκέφτηκα, "αυτό που λέει και ξαναλέει θα είναι ό,τι έμαθε από τον κύριό του που αμείλικτη η καταστροφή θα του κοψ' το τραγούδι που θα 'λεγεν ολημερίς και του 'καμε να λέει λυπητερά το "Ποτέ πια" για τη χαμένη ελπίδα".

Μα η θέα του ξωτικού πουλιού μ' έφερε γέλιο κι αρπάζοντας το κάθισμα εκάθισα μπροστά του και βυθισμένος σ' όνειρα προσπάθησα να έβρω τι λέει με τη φράση αυτή, το μαύρο το Κοράκι, το άχαρο, τ' απαίσιο, ο τρόμος των ανθρώπων, σαν έλεγε τις θλιβερές τις λέξεις: "Ποτέ Πια!".

Κι έτσι ακίνητος βαθιά σε μαύρες σκέψεις μπήκα χωρίς μια λέξη μοναχά να πω εις το Κοράκι που τα όλο φλόγα μάτια του μες στη καρδιά με καίγαν. Έτσι σκεφτόμουν έχοντας στο βελουδένιο μέρος του παλαιού καθίσματος γερμένο το κεφάλι, στο μέρος που το χάϊδευαν η λάμψη της καντήλας, εκεί όπου η αγάπη μου δε θ' ακουμπήσει πια!

Τότε ο αγέρας φάνηκε σα να 'ταν μυρωμένος από 'να θυμιατήριο αόρατο που αγγέλοι και Σεραφείμ το κούναγαν και τ' αλαφρά τους πόδια ακούγονταν στο μαλακό χαλί της κάμαράς μου. "Ναυαγισμένε" φώναξα, "αναβολή σου στέλνει με τους αγγέλους, ο Θεός και μαύρη λησμοσύνη για τη χαμένη αγάπη σου την όμορφη Λεονόρα. Πιες απ' το μαύρο το πιοτό της Λήθης και λησμόνα εκείνην όπου χάθηκε". Και το Κοράκι είπε: "Ποτέ από δω και πια!".

Είπα: "Προφήτη των κακών, είτε πουλί είτε δαίμων είτε του μαύρου πειρασμού αποσταλμένε συ είτε στης άγριας θύελλας το μάνιασμα χαμένε, αλλ' άφοβε, στον κόσμο αυτόπου κατοικεί ο Τρόμος, πες μου με ειλικρίνεια, υπάρχει δω στον κόσμο της λύπης κανά βάλσαμο που δίνει η Ιουδαία; Πες μου!", μα κείνο απάντησε: "Ποτέ από δω και πια!".

"Προφήτη", είπα, "δαίμονα, της Συφοράς πουλί, Προφήτης όμως πάντοτε, στον Ουρανό σ' ορκίζω, που απλώνεται από πάνω μας παρηγορήτρα αψίδα, εις του Θεού το όνομα που οι δυο μας τον λατρεύουν, πες μου αν στον Παράδεισο θε ν' αγκαλιάσω κείνη, εκείνη που οι άγγελοι τη λεν Ελεονόρα"; Και το κοράκι απάντησε: "Ποτέ από δω και πια!".

"Ας γίν' η μαύρη φράση σου το σύνθημα να φύγεις", εφώναξα αγριωπός πηδώντας κει μπροστά του. "Πήγαινε πάλι να χαθείς στην άγρια καταιγίδα ή γύρνα στις ακρογιαλιές της Πλουτωνείου Νύχτας ούτ' ένα μαύρο σου φτερό δε θέλω δω ν' αφήσεις ενθύμηση της φράσης σου της ψεύτικης και πλάνας βγάλ' απ' τη δόλια μου καρδιά το ράμφος που 'χεις μπήξει και σύρε τη φανταστική μορφή σου στα σκοτάδια!" Και το Κοράκι απάντησε: "Ποτέ από δω και πια!".

Και το Κοράκι ακίνητο στη προτομή όλο μένει, στης Αθηνάς τη προτομή απάνω από τη πόρτα και τ' αγριωπά τα μάτια του σα του Διαβόλου μοιάζουν όταν μονάχος σκέφτεται. Και το θαμπό λυχνάρι ρίχνει σκια στο πάτωμα σαν πέφτει στο Κοράκι. Και η ψυχή μου ανήμπορη δε θα μπορέσει πια να βγει απ' τον αμφίβολο τον κύκλο της Σκιάς που φαίνεται στο πάτωμα. Ποτέ από δω και πια!


9.2.12

Ὧρες βροχῆς

Ἤρθαν οἱ πρῶτες βροχές. Ἄλογα μουσκεμένα
Στέκονται κάτω ἀπ᾿ τὰ δέντρα μὲ μισόκλειστα μάτια
Κάνοντας πὼς μασᾶνε λίγο ξερὸ χορτάρι
Μέσα στὴ φθινοπωρινή τους ἄνοια. Ἡ Μαρία
Θά ῾θελε νὰ χτενίσει μὲ τὴ χτένα της τὴ βρεγμένη τους χαίτη. Ἀλλὰ
Οἱ τελευταῖοι παραθεριστὲς ἔφευγαν κιόλας. Μιὰ κότα
Λίγο πιὸ κεῖ κακάριζε ἀνάρμοστα. Κι ἦταν μιὰ λύπη
Νὰ βλέπεις πλῆθος τὰ σπουργίτια πεινασμένα νὰ χαμοπετᾶνε
Στὰ τρυγημένα ἀμπέλια, νὰ βλέπεις καὶ τὰ σύννεφα
Ν᾿ ἀλλάζουν, νὰ σκίζονται, νὰ τρέχουν παρ᾿ ὅτι
Καρφωμένα ἐδῶ κι ἐκεῖ μὲ μαῦρες πρόκες ἀπὸ κοράκια.
Ἔτσι, μέσα σὲ λίγες ὧρες, γέρασε ἡ Μαρία.

31.1.12

Έχασα το δρόμο μου

Έχασα το δρόμο μου, βρέθηκα σε
μιά ξένη γειτονιά που δε μου θύμιζε
τίποτε από τη δική μου.
Ρώτησα μερικούς ανθρώπους αλλά
δεν ήξεραν τίποτε να μου πουν.
Όσο κι αν έψαχνα άλλους δρόμους
τόσο και σε πιο απόξενες τοποθεσίες
βρισκόμουν κι όταν έστριψα ακόμα
σ'ένα δρόμο η αγωνία μου κορυφώθηκε.
Στο τέρμα αυτού του δρόμου ήταν
μια απόκρημνη ακτή με μιά
θάλλασα φουρτουνιασμένη.
Στη γειτονιά μου δεν βρίσκεται
καμιά θάλασσα.Έχασα το δρόμο μου.

22.1.12

Μεθάτε

Πρέπει να μαστε όλο μεθυσμένοι.
Είναι το παν: η μόνη λύση.
Μη μας βαραίνει το φριχτό φορτίο του Χρόνου,
που μας τσακίζει και στη γης μας σπρώχνει,
μας πρέπει ένα μεθύσι χωρίς τέλος.

Μα με τί;
Με κρασί, με ποίηση ή μ' αρετή.
Διαλέχτε. Όμως μεθάτε.

Κι αν κάποτε ξυπνήσετε ίσως
πάνω σε σκάλες αναχτόρων,
στο χλωρό χορτάρι μίας τάφρου,
μέσα στη μοναξιά της κάμαρής σας,
και νιώσετε πως το μεθύσι σας περνάει
ή κιόλας πως κοντεύει να περάσει,
ρωτήσετε τον άνεμο, το κύμα, το άστρο, το πουλί και το ρολόγι,
το κάθε τι που φεύγει, κλαίει, τρέχει, που τραγουδά, που μιλεί:
Τί ώρα να ναι;
Θα σας πούν κι ο άνεμος και τ' άστρι και το ρολόγι, το πουλί:

Είναι ώρα για μεθύσι.
Μην είστε ανελέητοι σκλάβοι του Χρόνου,
μεθάτε, μεθάτε δίχως τελειωμό, μεθάτε.
Με κρασί, με ποίηση ή μ' αρετή, διαλέχτε.

16.1.12

Η σάρκα σου όλη

Μείνανε μοναχά οι σκιές τώρα πια αγαπημένη μου...
Μέσα στον τόσο θόρυβο ανέλπιστα άκουσα
κάποτε τις κραυγές σου!
Αν είναι να υπάρξουμε έξω από τον έρωτα,
τι μπορούμε να περιμένουμε πια;

Αδειάζει η σάρκα σου όλη
μέσα στις πιθανότητες και τις στατιστικές.
Μια γαμημένη κόλαση,
μια ευτυχία που την πηδάνε όλοι,
μια λέξη χωρίς γράμματα,
μια τελειωμένη υπόθεση
δίχως κανένα θέμα,
δίχως κανένα ανάθεμα!

Ευλογημένη ας είναι η στιγμή που σε ανάσανα…

Ηρθες λοιπόν ξαφνικά
για να σπείρεις τις θύελλες που θα με εξοντώσουν,
ήρθες έχοντας τους κατακλυσμούς
πάνω στα χείλη σου,
σαν αδυσώπητη μοίρα,
γυμνή
μέσα στα υπέροχα ενδύματα σου,
ερεθισμένη,
να στάζεις
ολάκερη την ψυχή μου ανάμεσα στα πόδια σου…

Η σάρκα σου όλη και τα κομμάτια της καρδιάς μου
χωρίς καμιά αιτία
πήδηξαν από τους ψηλότερους ορόφους
και άπλωσαν σαν ένα θεσπέσιο άρωμα
την ερωτική υποψία πάνω στους
δρόμους των ανθρώπων…

Η σάρκα σου όλη μια φλογισμένη κόλαση,
η σάρκα σου όλη φωτιά πάνω στα χείλη
και τα ξενύχτια μου,
η σάρκα σου όλη μια αδυσώπητη μοίρα,
γυμνή
μέσα στα υπέροχα ενδύματα της,
ερεθισμένη,
να στάζει
ολάκερη την ψυχή μου ανάμεσα στα πόδια της…

13.1.12

Rostro de vos

Tengo una soledad
tan concurrida
tan llena de nostalgias
y de rostros de vos
de adioses hace tiempo
y besos bienvenidos
de primeras de cambio
y de último vagón

tengo una soledad
tan concurrida
que puedo organizarla
como una procesión
por colores
tamaños
y promesas
por época
por tacto
y por sabor

sin un temblor de más
me abrazo a tus ausencias
que asisten y me asisten
con mi rostro de vos

estoy lleno de sombras
de noches y deseos
de risas y de alguna
maldición

mis huéspedes concurren
concurren como sueños
con sus rencores nuevos
su falta de candor
yo les pongo una escoba
tras la puerta
porque quiero estar solo
con mi rostro de vos

pero el rostro de vos
mira a otra parte
con sus ojos de amor
que ya no aman
como víveres
que buscan a su hambre
miran y miran
y apagan mi jornada

las paredes se vanLink
queda la noche
las nostalgias se van
no queda nada

ya mi rostro de vos
cierra los ojos

y es una soledad
tan desolada.

------------------
Το έκλεψα από την αγαπημένη φίλη Carmen στο FaceBook.
Μετάφραση ΕΔΩ για όποιον θέλει.

3.1.12

La vie immédiate

Adieu tristesse
Bonjour tristesse
Tu es inscrite dans les lignes du plafond
Tu es inscrite dans les yeux que j'aime
Tu n'es pas tout à fait la misère
Car les lèvres les plus pauvres te dénoncent
Par un sourire
Bonjour tristesse
Amour des corps aimables
Puissance de l'amour
Dont l'amabilité surgit
Comme un monstre sans corps
Tête désappointée
Tristesse beau visage.

-----------------

Farewell Sadness
Hello Sadness
You are inscribed in the lines on the ceiling
You are inscribed in the eyes that I love
You are not poverty absolutely
Since the poorest of lips denounce you
Ah with a smile
Hello Sadness
Love of kind bodies
Power of love
From which kindness rises
Like a bodiless monster
Unattached head
Sadness beautiful face.