20.12.11

Απόντες

Μια αόρατη, αναπότρεπτη δύναμη καρφώνει πάνω στα χέρια μας
πράξεις που δε θέλουμε, αλλάζει τις πινακίδες των δρόμων
και βάζει μια κλειδωμένη πόρτα, εκεί που εχτές το βράδι
ήταν ένας έρωτας - κι όταν καμμιά φορά κάνουμε να ξεφύγουμε
το πρόσωπό μας κομματιάζεται πάνω σ' έναν τοίχο
από σπασμένα μπουκάλια κι όνειρα κοφτερά.

Περίεργο, κι όμως οι ίδιοι εμείς ξένοι για τη ζωή μας,
φερμένοι πάντα απ' τ' όνειρο κάπου αλλού,
όταν οι άλλοι μας χρειάστηκαν, τους σταμάτησε η δυσπιστία
όταν νοιώσαμε την ανάγκη τους, μας σταμάτησε ο εγωισμός,
η αμαρτία μας:
ότι θελήσαμε πολλά, το έγκλημά μας: πράξαμε τόσο λίγα,
ζήσαμε ερήμην, πού; κι ας ψάχνουν οι άλλοι να μας βρουν μες στο παλτό μας,
πολλοί κάναν καριέρρα, όπως σκεπάζει κανείς με την παλάμη του
μια μαύρη τρύπα.

Άραγε υπήρξαμε; Ποιος ξέρει!
Μα ο τεχνίτης αύριο, για νάναι σίγουρος
ότι δεν ψεύδεται,
ας χαράξει, για καλό και για κακό, στην
πέτρα που θα μας σκεπάζει:
στάθηκαν τίμοι, μα Απόντες.