24.11.11

Είμαι πεινασμένος για το στόμα σου

Είμαι πεινασμένος για το στόμα σου,τη φωνή σου, την κόμη σου
και μες στους δρόμους διαβαίνω νηστικός, σιωπηλός,
δε με βαστάει το ψωμί, η αυγή μ' ανατρέπει,
αναζητάω τον ρευστό ήχο των ποδιών σου την ημέρα.

Είμαι πεινασμένος για το γέλιο σου που γλιστράει,
για τα χέρια που έχουν χρώμα ορμητικού σιτοβολώνα,
είμαι πεινασμένος για τη χλωμή πέτρα των νυχιών σου,
θέλω να τραγανίσω το δέρμα σου σαν ένα άθικτο αμύγδαλο.

Θέλω να φάω τον καμένο κεραυνό μες στην ομορφιά σου,
την περήφανη μύτη του αλαζονικού προσώπου,
θέλω να φάω τη φευγαλέα σκιά των βλεφάρων σου.

Και πεινώντας έρχομαι και πάω μυρίζοντας το σούρουπο,
αναζητώντας σε, αναζητώντας τη ζεστή καρδιά σου
σαν ένα λιοντάρι στη μοναξιά του Κιτρατούε.


3.11.11

The road not taken

Two roads diverged in a yellow wood,
And sorry I could not travel both
And be one traveler, long I stood
And looked down one as far as I could
To where it bent in the undergrowth;

Then took the other, as just as fair,
And having perhaps the better claim,
Because it was grassy and wanted wear;
Though as for that the passing there
Had worn them really about the same,

And both that morning equally lay
In leaves no step had trodden black.
Oh, I kept the first for another day!
Yet knowing how way leads on to way,
I doubted if I should ever come back.

I shall be telling this with a sigh
Somewhere ages and ages hence:
Two roads diverged in a wood, and I
I took the one less traveled by,
And that has made all the difference.