15.3.11

Γῆ τῶν ἀπουσιῶν

Τώρα θ κοιτάζεις μία θάλασσα.

διάθεση ν σ ντοπίσω

στ συστρεφόμενη ντός μου γ τν πουσιν

τσι σ βρίσκει:

πικρ παραθαλάσσια οριστία.

κε δν χει κόμα νυχτώσει

κι ς νύχτωσε τόσο δ

τν τόπων ο κρίσιμες ρες

σπάνια συμπίπτουν.

Κάτι σν φς κα οτε φς,

ρα το αυτο σου χει πέσει.

Χορεύουν φύκια

κάτω π᾿ τ τζάμι το νερο.

Τ ρηχά, χουν κι ατ

τ βάσανά τους κα τ γλέντια τους.

Τώρα θ χουν λύσει τ μαλλιά τους

ο γνς συχίες τριγύρω

μ τ σιωπή σου θ τς κάνεις

γυνακες σου κπληρωμένες.

Ξαπλώνουν δίπλα σου.

σκέψη σου στερεώνει σκαλοπάτια στν έρα

κι νεβαίνει. Σ κρατάει στ ράμφος της.

Πο ξέρω γ τ εαίσθητα σημεα το πελάγους

γι ν σ καταλάβω;

Θ κοιτάζεις μία ρημη θάλασσα.

Τ βλέμμα σου δν παραλλάζει

π πλαγι πο γλυκ

κα μ᾿ νακούφιση σκουραίνει

κατρακυλώντας μς στν πομάκρυνση.

ναπνέεις μ τ στέρνο τν μακρινν ρεμιν,

πο χω γι᾿ ατς διαβάσει

στος πολύτομους κόπους πο δεσα.

Σ᾿ να βαθ σου στεναγμ βούλιαξε να βαπόρι.

Δν θ τανε βαπόρι. Θ τανε σκιάχτρο

στ γρ περβόλια τς φυγς

ν μν πηγαίνουν ο διαθέσεις

ν τν τσιμπολογνε.

τερατώδης το πελάγους δυνατότητα,

κίνηση το πλάτους,

φθάνει στ πόδια σου φρός,

ψευτοεραστς στ πρτα βότσαλα.

Τος σκάει να φιλ κα ξεμεθάει.

Τώρα, θ σο χουν πε ,τι εχαν ν σο πον

Ο ναδιπλώσεις τν κυμάτων

κα θ πιστρέφεις κάπου.

Θ παίρνεις κάποιο χωματόδρομο,

μι λλη πλα,

λλο γυμν κι λλο ντυμένη μ βλάστηση.

σκέψη σου, μετ π τόση θάλασσα,

κατέβηκε π γλάρος,

βάζει τ δέρμα τς προσαρμογς κα χάνεται.

που εναι θάμνος, πράσινη

που σκοτεινό, σκοτεινή.

κε πο ο καλαμις σπέρνουν ψιθύρους,

ψιθυριστή,

που περνάει ρίζα, ριζωμένη

που κυλάει ρυάκι, ρέουσα

κι που δαγκώνει πέτρα, πέτρινη.

Στν ψυχή σου δν φθάνει κανες

οτε δι ξηρς οτε δι θαλάσσης.

Ατ τ δισκίο,

τ κουμπισμένο στ μαρο τμοσφαιρικ τραπέζι,

πο τ περνς κι σύ, πως κι ο λλοι, γι φεγγάρι,

σ᾿ το, δν εναι φεγγάρι.

Εναι τ βραδινό μου χάπι

τ ψυχοτρόπο.

Δεν υπάρχουν σχόλια: