21.3.11

Οι φόβοι

Ξυπνούν οι φόβοι σε διαδρομές μνήμης,
με ρούχα κλεμμένα παίζουν κρυφτό
κυνηγώντας αλήθειες,
εκεί που οι πέτρες κυλούν
σε εικόνες ανάμνησης,
πολυβόλα τρυπούν εκείνο που λείπει
το ακολουθούν με φωνή
που σπάει κομμάτια γυαλιού
για να ματώνουν βήματα.

Ταξιδεύουν με χειμώνα πρώιμο
σε λησμονιάς προορισμούς
κι αρχίζουν ξανά να στήνουν εικόνες,
με καρδιές ανταριασμένες
δίπλα σε πειρατές και σαρακηνούς
λύνουν σχοινιά, κόμπους
δένουν τα χέρια στο μακελειό της λήθης
στα άναρχα συνθήματα,
στις άδικες συνθηκολογήσεις
χαρίζουν νύχτες και θλιμμένα χαμόγελα,
με λαϊκά ξεσπάσματα
γυρεύουν την πραγματική ταυτότητα ήρωα
που σταμάτησε ηρωισμούς
στην αταξία οδοιπορικώνπου ακόμα αντέχουν
σε ξενιτιά να ξημερώνουν.

Σε μέρες που έχασαν όνομα και ημερομηνίες
σε λιμάνια αφιλόξενα και βουνά απρόσιτα
στις ακτές του τέλους
αμαχητί πορεύονται οι φόβοι.

15.3.11

Γῆ τῶν ἀπουσιῶν

Τώρα θ κοιτάζεις μία θάλασσα.

διάθεση ν σ ντοπίσω

στ συστρεφόμενη ντός μου γ τν πουσιν

τσι σ βρίσκει:

πικρ παραθαλάσσια οριστία.

κε δν χει κόμα νυχτώσει

κι ς νύχτωσε τόσο δ

τν τόπων ο κρίσιμες ρες

σπάνια συμπίπτουν.

Κάτι σν φς κα οτε φς,

ρα το αυτο σου χει πέσει.

Χορεύουν φύκια

κάτω π᾿ τ τζάμι το νερο.

Τ ρηχά, χουν κι ατ

τ βάσανά τους κα τ γλέντια τους.

Τώρα θ χουν λύσει τ μαλλιά τους

ο γνς συχίες τριγύρω

μ τ σιωπή σου θ τς κάνεις

γυνακες σου κπληρωμένες.

Ξαπλώνουν δίπλα σου.

σκέψη σου στερεώνει σκαλοπάτια στν έρα

κι νεβαίνει. Σ κρατάει στ ράμφος της.

Πο ξέρω γ τ εαίσθητα σημεα το πελάγους

γι ν σ καταλάβω;

Θ κοιτάζεις μία ρημη θάλασσα.

Τ βλέμμα σου δν παραλλάζει

π πλαγι πο γλυκ

κα μ᾿ νακούφιση σκουραίνει

κατρακυλώντας μς στν πομάκρυνση.

ναπνέεις μ τ στέρνο τν μακρινν ρεμιν,

πο χω γι᾿ ατς διαβάσει

στος πολύτομους κόπους πο δεσα.

Σ᾿ να βαθ σου στεναγμ βούλιαξε να βαπόρι.

Δν θ τανε βαπόρι. Θ τανε σκιάχτρο

στ γρ περβόλια τς φυγς

ν μν πηγαίνουν ο διαθέσεις

ν τν τσιμπολογνε.

τερατώδης το πελάγους δυνατότητα,

κίνηση το πλάτους,

φθάνει στ πόδια σου φρός,

ψευτοεραστς στ πρτα βότσαλα.

Τος σκάει να φιλ κα ξεμεθάει.

Τώρα, θ σο χουν πε ,τι εχαν ν σο πον

Ο ναδιπλώσεις τν κυμάτων

κα θ πιστρέφεις κάπου.

Θ παίρνεις κάποιο χωματόδρομο,

μι λλη πλα,

λλο γυμν κι λλο ντυμένη μ βλάστηση.

σκέψη σου, μετ π τόση θάλασσα,

κατέβηκε π γλάρος,

βάζει τ δέρμα τς προσαρμογς κα χάνεται.

που εναι θάμνος, πράσινη

που σκοτεινό, σκοτεινή.

κε πο ο καλαμις σπέρνουν ψιθύρους,

ψιθυριστή,

που περνάει ρίζα, ριζωμένη

που κυλάει ρυάκι, ρέουσα

κι που δαγκώνει πέτρα, πέτρινη.

Στν ψυχή σου δν φθάνει κανες

οτε δι ξηρς οτε δι θαλάσσης.

Ατ τ δισκίο,

τ κουμπισμένο στ μαρο τμοσφαιρικ τραπέζι,

πο τ περνς κι σύ, πως κι ο λλοι, γι φεγγάρι,

σ᾿ το, δν εναι φεγγάρι.

Εναι τ βραδινό μου χάπι

τ ψυχοτρόπο.

9.3.11

Ήρθες όταν εγώ

Ήρθες όταν εγώ δεν σε περίμενα.
Σαν κάθε νύχτα
Καίοντας την ανάμνηση πικρών θανάτων
Ανημποριά των γηρατειών, τρόμος της γέννησης,
Σε τρώγλες σκοτεινές, στην αγκύλη της ηδονής
Πέρα από τους άδειους κάμπους των αποσπασμάτων
Ήρθες όταν εγώ δεν σε περίμενα.
Α πως θα ζούσες
Εσύ κι εγώ μια τέτοιαν εποχή
Σάπιο φορτίο στ' αμπάρι ενός
Μεθυσμένου καραβιού πού πέθαναν όλοι
Βουλιάζοντας με χίλιες τρύπες στα κορμιά μας
Μάτια θολά που χλεύασαν το φως
Στόματα αδέσποτα στη φλούδα της ζωής
Καίοντας την ανάμνηση - Νεκροί
Σε μια εποχή ανέκκλητου θανάτου
Ήρθες όταν εγώ δεν σε περίμενα.
Κι ούτε ένα νεύμα
Μια λέξη, όπως η σφαίρα στο στίγμα του λαιμού
Ούτε μια ανθρώπινη φωνή γιατί δεν είχε
Ακόμα γεννηθεί καμιά φωνή
Δεν είχε γεννηθεί τ' άγριο ποτάμι
Πού ρέει στις άκρες των δαχτύλων και σωπαίνει.
Ανάμνηση ζωής - πότε ν' αρχίζεις
Αδίστακτος και πράος να βγάζω λόγους
Να εκφωνώ στα κενοτάφια τους θρήνους
Φθαρμένους στων φθόγγων την πολυκαιρία
Και να κλειδώνεις τις μικρές μικρές χαρές
Όχι πατώντας στους νεκρούς σου πάνω στίχους
Γιατί αν είναι κόκκαλα, έρωτες ή χαμόσπιτα
Με την κουβέρτα στην ξώπορτα χωρίζοντας τον κόσμο
Στα δυό, κρύβοντας το σπασμό και την απόγνωση
Κι έξω να ψάλλουν οι περαστικοί στο πείσμα των πιστών
Στο πείσμα του άρρωστου παιδιού και του χειμώνα
Α πώς θα ζούσες μια τέτοια εποχή. Κι αυτός αδίσταχτος,
Ο χρόνος, θρυμματίζοντας τη σκέψη
Τα στέρεα σχέδια και τις βίαιες αποφάσεις
Τα αιωρούμενα γιατί, τα υγρά χαμόγελα
Ήρθες όταν εγώ δεν σε περίμενα.
Μη με γελάσεις
Αυτά δεν είναι τα κατώφλια που έχω σκύψει
Αυτές οι κρύπτες που ριγούν τα τρωκτικά
Δεν έχουν τίποτε από τ' άρωμα της λάσπης
Ούτε απ' το χάδι των νεκρών στα όνειρά μας
Γιατί έχει μείνει κάτι - αν έχει μείνει -
Πέρα από θάνατο, φθορά, λόγια και πράξη.
Άφθαρτο μες στην τέφρα αυτή που καίω
Σαν κάθε νύχτα την ανάμνηση θανάτων
Πικρών ανεξήγητων θανάτων
Γράφοντας ποιήματα χωρίς ήχους και λέξεις.


4.3.11

'Ανοιξη (Έτσι τους βλέπω εγώ τους κήπους)

Στον κήπο απόψε μου μιλεί μια νέα μελαγχολία.
Βυθίζει κάποια μυγδαλιά τον ανθοχαμόγελό της
στου βάλτου το θολό νερό. Και η θύμηση τής νιότης
παλεύει τόσο θλιβερά την άρρωστη ακακία...
Εξύπνησε μια κρύα πνοή μες στη σπασμένη σέρα,
όπου τα ρόδα είναι νεκρά και κάσα η κάθε γάστρα.
Το κυπαρίσσι, ατελείωτο σα βάσανο, προς τ' άστρα
σηκώνει τη μαυρίλα του διψώντας τον αέρα.
Και πάνε, πένθιμη πομπή λες, της δεντροστοιχίας
οι πιπεριές και σέρνονται τα πράσινα μαλλιά τους.
Οι δύο λατάνιες ύψωσαν μες στην απελπισία τους
τα χέρια. Κι είναι ο κήπος μας κήπος μελαγχολίας.