22.7.10

Dreamships

The tear has found its destiny,
again upon my cheek
and with this tear flows light
...I cast away my light
As a beggar
I've kneeled for love
Fought hard the battle, never won and
on the shores of love,
I've watched the ebbing tide
of wanton freedom,
flow away tenderness,... grain by grain

As Robinson Crusoe,
powerless,
... stranded on his island
once again
I watch man Friday

Bounding towards horizon,
... on sail
with my lost ship of dreams

19.7.10

Τα εύρετρα

Tα ξεφύλλιζες, κοντοστεκόσουν κάθε τόσο
διάβαζες τάχα κάτι σε διαπερνούσε
αδιάβαστες κρυφογελούσαν οι σελίδες
μετά τα ζύγιασες όλα στη χούφτα σου
σα να ήταν κέρματα
χοντρικά τα εξετίμησες
ουκ ολίγα είπες
έκπληκτος πώς τ’ απέκτησες με ρωτάς.
Yποκριτή, γραμμή δε διάβασες
αλλιώς θα το ’βλεπες
το γράφω εδώ μέσα πρώτο πρώτο
τα εύρετρα είναι
εσύ μου τα έδωσες
επειδή σε βρήκα
σε μέτρησα και ήσουνα πολλά
ξαναμετρώ κι ήσουν αλλιώς
το άφησα να είσαι κι απ’ τα δυο
δε σου αφαίρεσα ούτε μία
απ’ τις χιλιάδες ωραιότητες που είχες
ούτε μισή απ’ τις πολύτιμες ασκήμιες σου
κόσμε.

9.7.10

Αποχαιρετισμός/Despedida

Ανάμεσα σε μένα και την αγάπη μου πρέπει να υψωθούν
τριακόσιες νύχτες σαν τριακόσιοι τοίχοι
και η θάλασσα θα είναι μια μαγεία ανάμεσα μας
Δε θα υπάρχουν παρά μόνο αναμνήσεις.
Μόνο απογεύματα που θ'αγγίζουν τη λύπη
νύχτες με την ελπίδα να σε δω,
ύπαιθροι στο δρόμο μου, η σιγουριά
ότι είμαι ζωντανός και χαμένος...
Οριστικά, όπως ένα μάρμαρο
θα θλίβει η απουσία σου όλα τα απογεύματα.
-----------------------------------------------------------
Entre mi amor y yo han de levantarse
trescientas noches como trescientas paredes
y el mar será una magia entre nosotros.
No habrá sino recuerdos.
Oh tardes merecidas por la pena,
noches esperanzadas de mirarte,
campos de mi camino, firmamento
que estoy viendo y perdiendo...
Definitiva como un mármol
entristecerá tu ausencia otras tardes.

7.7.10

Εκείνο

Έρχονται ώρες, που ξαφνικά σε πλημμυρίζει ολάκαιρο
η νοσταλγία του ανέκφραστου - σαν τη θολή, αόριστη
ανάμνηση απ' τη γεύση ενός καρπού,
που'φαγες κάποτε, πριν χρόνια, σαν ήσουνα παιδί,
μια μέρα μακρινή, λιόλουστη - και θέλεις να τη θυμηθείς
κι όλο ξεφεύγει.
Τα μάτια σουγεμίζουν τότε από να θάμπος χαμένων παιδικών καιρών.
Ή ίσως κι απο δάκρυα.

Γι αυτό, σας λέω, πιστεύετε πάντοτε έναν άνθρωπο που κλαίει.
Είναι η στιγμή που σας απλώνει το χέρι του,
φιμωμένο και γιγάντιο,
Εκείνο που ποτέ δε θα ειπωθεί.

1.7.10

Γράμμα

Ὁ ταχυδρόμος,
σέρνοντας στὰ βήματά του τὴν ἐλπίδα μου
μοῦ ῾φερε καὶ σήμερα ἕνα φάκελο
μὲ τὴ σιωπή σου.
Τὸ ὄνομά μου γραμμένο ἀπ᾿ ἔξω μὲ λήθη.
Ἡ διεύθυνσή μου ἕνας ἀνύπαρκτος δρόμος.
Ὅμως ὁ ταχυδρόμος
τὸν βρῆκε ἀποσυρμένο στὴ μορφή μου,
κοιτώντας τὰ παράθυρα ποὺ ἔσκυβαν μαζί μου,
διαβάζοντας τὰ χέρια μου
ποὺ ἔπλαθαν κιόλας μιὰ ἀπάντηση.
Θὰ τὸν ἀνοίξω μὲ τὴν καρτερία μου
καὶ θὰ ξεσηκώσω μὲ τὴ μελαγχολία μου
τ᾿ ἄγραφά σου.
Κι αὔριο θὰ σοῦ ἀπαντήσω
στέλνοντάς σου μιὰ φωτογραφία μου.
Στὸ πέτο θὰ ἔχω σπασμένα τριφύλλια,
στὸ στῆθος σκαμμένο
τὸ μενταγιὸν τῆς συντριβῆς.
Καὶ στ᾿ αὐτιά μου θὰ κρεμάσω-συλλογίσου-
τὴ σιωπή σου.