29.4.10

Επέστρεφε

Επέστρεφε συχνά και παίρνε με,
αγαπημένη αίσθησις επέστρεφε και παίρνε με --
όταν ξυπνά του σώματος η μνήμη,
κ' επιθυμία παληά ξαναπερνά στο αίμα·
όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται,
κ' αισθάνονται τα χέρια σαν ν' αγγίζουν πάλι.

Επέστρεφε συχνά και παίρνε με την νύχτα,
όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται...



Κ.Π. Καβάφης, σαν σήμερα γεννήθηκε το 1863.

19.4.10

Επιθυμίες/Wants

Πέρα απ' όλα αυτά, η επιθυμία τού να είσαι μόνος:
Άσχετα με το πόσο σκοτεινιάζει ο ουρανός με προσκλητήριες κάρτες
Άσχετα με το πόσο ακολουθούμε τις εγχάρακτες οδηγίες του σεξ
Άσχετα με το πόσο η οικογένεια φωτογραφίζεται κάτω από τη σημαία –
Πέρα απ' όλα αυτά, η επιθυμία τού να είσαι μόνος.

Κάτω απ' όλα αυτά, υφέρπει της λησμονιάς η επιθυμία:
Παρ' όλες τις απατηλές εντάσεις του ημερολογίου
Την ασφάλεια ζωής, τις δημοσιοποιημένες ιεροτελεστίες της γονιμότητας
Την επισφαλή αποστροφή τού νου από το θάνατο –
Κάτω απ' όλα αυτά, υφέρπει της λησμονιάς η επιθυμία.

--- *** ---

Beyond all this, the wish to be alone
However the sky grows dark with invitation-cards
However we follow the printed directions of sex
However the family is photographed under the flagstaff—
Beyond all this, the wish to be alone

Beneath it all desire of oblivion runs
Despite the artful tensions of the calendar,
The life insurance, the tabled fertility rites,
The costly aversion of the eyes from death—
Beneath it all desire of oblivion runs.


Philip Larkin και το βρήκα ΕΔΩ.

1.4.10

Μεγάλη Εβδομάδα

Το Όχι είναι δισύλλαβο:
βρέ-χει.
Ο Πιλάτος φοράει το μπλε του αδιάβροχο,
δεν βρίσκει ταξί,
οι συνειδήσεις συνωστίζονται
στον ίδιο μονόδρομο,
όλοι νίπτουν τας χείρας των,
μάλιστα τέτοιες μέρες.
Το Όχι είναι δισύλλαβο,
η ψιλή και η οξεία στο ο
κεντρώνει το Όχι, μονόγραμμα των ημερών.
Το παράθυρο είναι δίφυλλο,
η ψιλή και οξεία βροχή
το κεντρώνει,
μονόγραμμα στο κλειστό Όχι.

Οι καμπάνες οι πένθιμες
ανοίγουν αυλάκια στον αέρα,
χύνονται και ποτίζουν εκτεταμένες ατονίες
ωσότου κάποια απόσταση απότιστη
να τις απορροφήσει.
Οι καμπάνες, ασχέτως τού πένθιμες,
πάντοτε κάτι αποχωρίζουν,
πολλώ μάλλον οι πένθιμες.

Οι καμπάνες φορτώνουν
βαλίτσες στα πούλμαν,
τα τρένα τρέχουνε, ξεσκίζουν
και βάζουν κλήρο
στα ιμάτια των τοπίων.

Σταύρωσον, σταύρωσον
τα χέρια σου στο στήθος…
Τι άλλο να κάνω;
Ποιο μέτρο να κινητοποιήσω;
Πού ξέρω από πού
φεύγει το κάθε πράγμα;
Κάθε κατεύθυνση έχει το άλλοθί της.

Οι πασχαλιές εσταυρωμένες
σ’ ένα φθηνό ανθοδοχείο
εμψυχώνουν το άρωμα του θανάτου.
Τα μάτια σου
είναι οι δύο ληστές,
εκ δεξιών και εξ ευωνύμων.

Το Όχι είναι δισύλλαβο,
επιμένω
βρέ-χει.
Οι εκκλησίες ξεχειλίζουν,
όπως ξεχειλίζουν τα ποτήρια
στα άλλα πάθη που εορτάζουμε.

Οί εκκλησίες ξεχειλίζουν
αγάπα τον πλησίον σου…
Απαίτηση,
που μες στη ρύμη και τη γλύκα των ψαλμών,
περνάει σαν εύκολη αγάπη
και χάνει τη θεία απανθρωπιά της,
το θείο ανεφάρμοστο.

Στην κοπιώδη πορεία τού δεηθώμεν
τα μεγάλα κεριά προχωρούν,
τα κεριά της δραχμής μένουν πίσω.
Τα μικρά κεριά κουράζονται εύκολα,
λυγίζουν και διεκτραγωδούν
το αντίτιμο τους.
Η ανισότης των κεριών
αναλιώνει μυσταγωγικά.
Ο θεός τους ο νεωκόρος
τα ρίχνει στον Καιάδα της ανατήξεως.

Ξεχειλίζουν οι εκκλησίες.
Δεν χωράω, δεν πειράζει.
Θα μάθω το τετέλεσται
από άλλη πηγή.
Πιο θετική.