26.2.10

Διάλογος ανάμεσα σε μένα και σε μένα

Σου είπα:
- Λύγισα.
Και είπες:
- Μή θλίβεσαι.
Απογοητεύσου ήσυχα.
Ήρεμα δέξου να κοιτάς
σταματημένο το ρολόι.
Λογικά απελπίσου
πως δεν είναι ξεκούρδιστο,
ότι έτσι δουλεύει ο δικός σου χρόνος.
Κι αν αίφνης τύχει
να σαλέψει κάποιος λεπτοδείκτης,
μη ριψοκινδυνέψεις να χαρείς.
Η κίνηση αυτή δεν θα 'ναι χρόνος.
Θα 'ναι κάποιων ελπίδων ψευδορκίες.
Κατέβα σοβαρή,
νηφάλια αυτοεκθρονίσου
από τα χίλια σου παράθυρα...
Για ένα μήπως τ' άνοιξες.
Κι αυτοξεχάσου εύχαρις.
Ό,τι είχες να πεις,
για τα φθινόπωρα, τα κύκνεια,
τις μνήμες, υδροροές των ερώτων,
την αλληλοκτονία των ωρών,
των αγαλμάτων την φερεγγυότητα,
ό,τι είχες να πεις
γι' ανθρώπους που σιγά-σιγά λυγίζουν,
το είπες.

25.2.10

Γένεσις

Στην αρχή ήταν το χάος.
Μετά γεννήθηκα εγώ, μονάχος, σ΄έναν κόσμο ραγισμένο
μ΄έναν κουρελιασμένο Θεό που γύριζε από πόρτα σε πόρτα
ζητιανεύοντας την ύπαρξή του.
Ύστερα γίναμε ξαφνικά δυό
φιληθήκαμε
κι άρχισε να σκοτώνει ο ένας τον άλλον.


Music Heaven

21.2.10

Η τρυφερότητα είναι αρρώστια

Εζησε πάντα μόνη.
Κλειδωμένη στον εαυτό της.
Για να κάνει την απελπισία της φανερή
σωριαζότανε κι έκλαιγε για μένα.
Την πέταξα οπως αδειάζει
τη στάχτη απ' το τασάκι.
Την άφησα να υποκρίνεται μονάχη
την άφησα να προσεύχεται μόνη.

Και τώρα αναρωτιέσαι γιατί
άφησα την φλόγα να σβήσει.
Θα κρατήσω το μυστήριό μου ανεξιχνίαστο
μυστικά μου θα μείνουν,τι είναι
πραγματικότητα και φαντασίωση.

Η τρυφερότητα είναι αρρώστια
κουρελιάζει τις άμυνές σου
γίνεσαι ο εύκολος στόχος.
Η τρυφερότητα ειναι αρρώστια
σε κάνει τόσο ευάλωτο.

Έζησε πάντα μόνος
λέγοντάς μου πως έτσι το θέλησε
ένα θύμα των περιστάσεων
αυτός που χάνει τις ευκαιρίες , είναι χαμένος.
Η αλήθεια , η αγάπη, τα ψέμματα,
όλα έγιναν ίδια γι' αυτόν.
Όμως ποτέ δεν ενέδωσε, στην εσχάτη αμαρτία.

Και τώρα ρωτάς γιατί, άναψα την φλόγα στα μάτια μου
Θα κρατήσω το μυστήριό μου ανεξιχνίαστο.
Θα μείνουν μυστικά μου
τι είναι πραγματικότητα και φαντασίωση.

Η τρυφερότητα είναι αρρώστια ,
κουρελιάζει τις άμυνές σου είσαι ο εύκολος
στόχος
και υποθέτω
οτι σε κάνει τόσο ευάλωτο
όταν αρρωσταίνουν απ ' αυτό το συναίσθημα
που όλοι ονομάζουν έρωτα.

Έκλαψα για σένα
Είπα ψέμματα για σένα
πέθανα χίλιες φορές για σένα διέπραξα
ατελείωτα εγκλήματα για σένα
παρέδωσα την ψυχή μου στον Διάβολο έκανα
οτι θάκανε αυτός.

Τώρα πιά θα κλειδώσω την καρδιά μου
και θα πετάξω μακριά τα κλειδιά
ο Ερωτας δεν είναι η μοίρα μου
ο Ερωτας δεν έχει θέση στο πεπρωμένο μου.

20.2.10

Φωνή απ' την θάλασσα

Βγάζει η θάλασσα κρυφή φωνή —
φωνή που μπαίνει
μες στην καρδιά μας και την συγκινεί
και την ευφραίνει.

Τραγούδι τρυφερό η θάλασσα μας ψάλλει,
τραγούδι που έκαμαν τρεις ποιηταί μεγάλοι,
ο ήλιος, ο αέρας και ο ουρανός.
Το ψάλλει με την θεία της φωνή εκείνη,
όταν στους ώμους της απλώνει την γαλήνη
σαν φόρεμά της ο καιρός ο θερινός.

Φέρνει μηνύματα εις ταις ψυχαίς δροσάτα
η μελωδία της. Τα περασμένα νειάτα
θυμίζει χωρίς πίκρα και χωρίς καϋμό.
Οι περασμένοι έρωτες κρυφομιλούνε,
αισθήματα λησμονημένα ξαναζούνε
μες στων κυμάτων τον γλυκόν ανασασμό.

Τραγούδι τρυφερό η θάλασσα μας ψάλλει,
τραγούδι που έκαμαν τρεις ποιηταί μεγάλοι,
ο ήλιος, ο αέρας και ο ουρανός.
Και σαν κυττάζεις την υγρή της πεδιάδα,
σαν βλέπεις την απέραντή της πρασινάδα,
τον κάμπο της πούναι κοντά και τόσο μακρυνός,
γεμάτος με λουλούδια κίτρινα που σπέρνει
το φως σαν κηπουρός, χαρά σε παίρνει
και σε μεθά, και σε υψώνει την καρδιά.
Κι αν ήσαι νέος, μες σταις φλέβες σου θα τρέξη
της θάλασσας ο πόθος· θα σε ’πη μια λέξι
το κύμα απ’ τον έρωτά του, και θα βρέξη
με μυστική τον έρωτά σου μυρωδιά.

Βγάζει η θάλασσα κρυφή φωνή —
φωνή που μπαίνει
μες στην καρδιά μας και την συγκινεί
και την ευφραίνει.

Τραγούδι είναι, ή παράπονο πνιγμένων; —
το τραγικό παράπονο των πεθαμένων,
που σάβανό των έχουν τον ψυχρόν αφρό,
και κλαίν για ταις γυναίκες των, για τα παιδιά των,
και τους γονείς των, για την έρημη φωλιά των,
ενώ τους παραδέρνει πέλαγο πικρό,

σε βράχους και σε πέτραις κοφτεραίς τους σπρώχνει,
τους μπλέκει μες στα φύκια, τους τραβά, τους διώχνει,
κ’ εκείνοι τρέχουνε σαν νάσαν ζωντανοί
με ολάνοιχτα τα μάτια τρομαγμένα,
και με τα χέρια των άγρια, τεντωμένα,
από την αγωνία των την υστερνή.

Τραγούδι είναι, ή παράπονο πνιγμένων;—
το τραγικό παράπονο των πεθαμένων
που κοιμητήριο ποθούν χριστιανικό.
Τάφο, που συγγενείς με δάκρυα ραντίζουν,
και με λουλούδια χέρια προσφιλή στολίζουν,
και που ο ήλιος χύνει φως ζεστό κ’ ευσπλαγχνικό.

Τάφο, που ο πανάχραντος Σταυρός φυλάει,
που κάποτε κανένας ιερεύς θα παή
θυμίαμα να κάψη και να ‘πη ευχή.
Χήρα τον φέρνει που τον άνδρα της θυμάται
ή υιός, ή κάποτε και φίλος που λυπάται.
Τον πεθαμένο μνημονεύουν· και κοιμάται
πιο ήσυχα, συγχωρεμένη η ψυχή.

Κ.Π. Καβάφης, Αποκηρυγμένα.