29.12.10

Happiness

If luck you chase, you have not grown
enough for happiness to stay,
not even if you get your way.

If, what you lost, you still bemoan,
and grasp at tasks, and dash and dart,
you have not known true peace of heart.

But if no wishes are your own,
and you don't try to win the game,
and Lady Luck is just a name,

then tides of life won't reach your breast—
and all your strife
and all your soul will rest.

20.12.10

Σατανική σύμπτωση

Η ανυπομονησία
η καμία απολύτως βιασύνη
ο τρόπος του λέγειν
ο τρόπος του σιωπάν
η επιμονή
η εύσχημη υποχωρητικότητα
το ζωηρό ενδιαφέρον
το ράθυμο ενδιαφέρον
το αμέσως
το κόμπιασμα
το εξαρτάται απ'τον καιρό
το ασχέτως καιρού
το πολύ επιθυμητό
το αξεκαθάριστα επιθυμητό
και το κατ'ανάγκην
έχουν τον ίδιο ακριβώς κωδικό:
αλήθεια πότε θα σε δω;
Δεν είναι περίεργο;

12.11.10

Τα πάθη της βροχής

Εν μέσω λογισμών και παραλογισμών
άρχισε κι η βροχή να λιώνει τα μεσάνυχτα
μ’ αυτόν τον πάντα νικημένο ήχο
σι, σι, σι.
Ήχος συρτός, συλλογιστός, συνέρημος,
ήχος κανονικός, κανονικής βροχής.

Όμως ο παραλογισμός
άλλη γραφή κι άλλην ανάγνωση
μού’ μαθε για τους ήχους.
Κι όλη τη νύχτα ακούω και διαβάζω τη βροχή,
σίγμα πλάι σε γιώτα, γιώτα κοντά στο σίγμα,
κρυστάλλινα ψηφία που τσουγκρίζουν
και μουρμουρίζουν ένα εσύ, εσύ, εσύ.

Και κάθε σταγόνα κι ένα εσύ,
όλη τη νύχτα
ο ίδιος παρεξηγημένος ήχος,
αξημέρωτος ήχος,
αξημέρωτη ανάγκη εσύ,
βραδύγλωσση βροχή,
σαν πρόθεση ναυαγισμένη
κάτι μακρύ να διηγηθεί
και λέει μόνο εσύ, εσύ, εσύ,
νοσταλγία δισύλλαβη,
ένταση μονολεκτική,
το ένα εσύ σαν μνήμη,
το άλλο σαν μομφή
και σαν μοιρολατρία,
τόση βροχή για μια απουσία,
τόση αγρύπνια για μια λέξη,
πολύ με ζάλισε απόψε η βροχή
μ’ αυτή της τη μεροληψία
όλο εσύ, εσύ, εσύ,
σαν όλα τ’ άλλα νά’ ναι αμελητέα
και μόνο εσύ, εσύ, εσύ.

9.11.10

Μαθαίνεις

Μετά από λίγο μαθαίνεις
την ανεπαίσθητη διαφορά
ανάμεσα στο να κρατάς το χέρι
και να αλυσοδένεις μια ψυχή.

Και μαθαίνεις πως Αγάπη δε σημαίνει στηρίζομαι
Και συντροφικότητα δε σημαίνει ασφάλεια

Και αρχίζεις να μαθαίνεις
πως τα φιλιά δεν είναι συμβόλαια
Και τα δώρα δεν είναι υποσχέσεις

Και αρχίζεις να δέχεσαι τις ήττες σου
με το κεφάλι ψηλά και τα μάτια ορθάνοιχτα
Με τη χάρη μιας γυναίκας
και όχι με τη θλίψη ενός παιδιού

Και μαθαίνεις να φτιάχνεις
όλους τους δρόμους σου στο Σήμερα,
γιατί το έδαφος του Αύριο
είναι πολύ ανασφαλές για σχέδια…
και τα όνειρα πάντα βρίσκουν τον τρόπο
να γκρεμίζονται στη μέση της διαδρομής.

Μετά από λίγο καιρό μαθαίνεις…
Πως ακόμα κι η ζέστη του ήλιου
μπορεί να σου κάνει κακό.

Έτσι φτιάχνεις τον κήπο σου εσύ
Αντί να περιμένεις κάποιον
να σου φέρει λουλούδια
Και μαθαίνεις ότι, αλήθεια, μπορείς να αντέξεις

Και ότι, αλήθεια, έχεις δύναμη
Και ότι, αλήθεια, αξίζεις
Και μαθαίνεις… μαθαίνεις
με κάθε αντίο μαθαίνεις

4.11.10

Κάποιες νύχτες

Τώρα που πίσω από τα πέλαγα
έχουν χαθεί τα παλαιά μου οράματα
και δεν με φθάνει η μορφή τους
κι η ανάμνηση τους μ'άφησε....
Δεν το 'θελα ποτέ
σε τέτοιες σκέψεις να γυρίσω.
Μα είναι νύχτες,
κάποιες ατελείωτες ,
που από τα πέλαγα
όλως ακούραστα
τα παλαιά μου οράματα
τα φέρνω πίσω.

8.10.10

Στο ακρογιάλι της ουτοπίας

Εγώ είμαι η Χαρά! ζωή – ετών 30 –
δε σου ‘χω ξανασυστηθεί
Σ’ ενέχυρο, στην Κηφισιά σ’ είχα πουλήσει
και ζούσα με τα δανεικά

Σου ‘στελνα γράμματα ψυχής – πώς να τα λάβεις; -
όλα με «Διεύθυνση Ελλιπής»
Την πόρτα μου άφησα ανοιχτά μα εσύ στεκόσουν
στο κεφαλόσκαλο μπροστά

Έχω πετάξει αποσκευές – τα περιττά μου –
απολιθώματα του χθες
Με μια ελεύθερη ψυχή ζούσα από πάντα
τρέμοντας μην παγιδευτεί

Και άθελά μου εν αγνοία; την παγίδα μου
ονομάτισα θυσία
Ερήμην μου με λύγισαν – με δυο καπέλα –
οι ενοχές με προίκισαν

Οι γύρω μου, οι συγγενείς – τόσο άγνωστοι! –
δε μ’ ένιωσε ποτέ κανείς
Κι ένα απόγευμα θαρρώ – Μάρτης πως ήταν –
έπαψα να σε καρτερώ

Το καπελάκι μου στραβά, φορώ και τρέχω
σε ουτοπίας ακρογιαλιά
Και σου συστήνομαι ευθύς, κι αν σου χρωστούσα
τώρα ξοφλάω μετρητοίς.

------------------
Το βρήκα ΕΔΩ.

1.10.10

Poem in October

It was my thirtieth year to heaven
Woke to my hearing from harbour and neighbour wood
And the mussel pooled and the heron
Priested shore
The morning beckon
With water praying and call of seagull and rook
And the knock of sailing boats on the webbed wall
Myself to set foot
That second
In the still sleeping town and set forth.

My birthday began with the water-
Birds and the birds of the winged trees flying my name
Above the farms and the white horses
And I rose
In a rainy autumn
And walked abroad in shower of all my days
High tide and the heron dived when I took the road
Over the border
And the gates
Of the town closed as the town awoke.

A springful of larks in a rolling
Cloud and the roadside bushes brimming with whistling
Blackbirds and the sun of October
Summery
On the hill's shoulder,
Here were fond climates and sweet singers suddenly
Come in the morning where I wandered and listened
To the rain wringing
Wind blow cold
In the wood faraway under me.

Pale rain over the dwindling harbour
And over the sea wet church the size of a snail
With its horns through mist and the castle
Brown as owls
But all the gardens
Of spring and summer were blooming in the tall tales
Beyond the border and under the lark full cloud.
There could I marvel
My birthday
Away but the weather turned around.

It turned away from the blithe country
And down the other air and the blue altered sky
Streamed again a wonder of summer
With apples
Pears and red currants
And I saw in the turning so clearly a child's
Forgotten mornings when he walked with his mother
Through the parables
Of sunlight
And the legends of the green chapels

And the twice told fields of infancy
That his tears burned my cheeks and his heart moved in mine.
These were the woods the river and the sea
Where a boy
In the listening
Summertime of the dead whispered the truth of his joy
To the trees and the stones and the fish in the tide.
And the mystery
Sang alive
Still in the water and singing birds.

And there could I marvel my birthday
Away but the weather turned around. And the true
Joy of the long dead child sang burning
In the sun.
It was my thirtieth
Year to heaven stood there then in the summer noon
Though the town below lay leaved with October blood.
O may my heart's truth
Still be sung
On this high hill in a year's turning.

21.9.10

Η ομορφιά του απογοητευτικού

Ω βλέμμα
λάθος κόσμο μου γνώρισες.

Δεν ήταν αυτός.

Ω αντίληψη

εάν ο κόσμος που μου γνώρισες εσύ

είναι ο σωστός

δεν ήταν αυτός.
Το λάθος αίσθημά μου
κι ο κόσμος του όλος

είναι ο σωστός μου κόσμος.

12.9.10

Η κυρά μου η τρέλα

Πώς ήταν έτσι, πώς μου εφάνη ως είχεν έμβει
κειο το βαπόρι μες στο λιμάνι με όκια τεφρά,
όπως το τύλιξε στ' αχνά μετάξια της σιγά η ρέμβη
ως το ρυμούλκησε μειλίχιο η νύστα μου εκεί αλαφρά.

Ήρθε και στάθηκε μπερδικλωμένο σ' αχνή τολύπη
κ' ήταν σαν κάτι, κάτι ανείπωτο νάχε να πει,
κι ύστερα, παίρνοντας, σκυφτή επιβάτισσά του τη λύπη
ως ήρθε θάφευγε, με κυβερνήτη του τη σιωπή.

Κι η νύχτα έφτασε. Αχ, το βαπόρι μες στην ασβόλη,
τι τρέλα θάκανε ανεπανόρθωτη και μαγική;
Μη θα κεραύνωνε με μια του λέξη την έρμη πόλη
μη θα ξεμπάρκαρε τη φρίκη αμίλητη οτο μώλο εκεί;

Ή μη—βαρκάκια του—μ' άσπρες κορδέλες σταυροδεμένα
φέρετρα θάστελνε όξω—σαν κύματα και σαν αφροί—
όπου θα κείτονταν της γης τα νήπια μαχαιρωμένα
ή όπου όλοι όσοι αγαπήθηκαν, θάσαν vεκροί;

Τίποτα, τίποτα... Μα πώς έτσ' ήταν, πώς μου εφάνη
αυτό το πλοίο; Στάθηκε αμίλητο μ' όψη φριχτή,
κι έφυγε, ως τόφερε η Κυρά μου η τρέλα μες στο λιμάνι,
αυτή που παίρνοντας με από το χέρι με περπατεί...

5.9.10

Καληνύχτα

Κι αν γεννηθείς κάποια στιγμή
Μιαν άλλη που δε θα υπάρχω
Μη φοβηθείς
Και θα με βρείς είτε σαν άστρο
Όταν μονάχος περπατάς στην παγωμένη νύχτα
Είτε στο βλέμμα ενός παιδιού που θα σε προσπεράσει
Έιτε στη φλόγα ενός κεριού που θα κρατάς
Διαβαίνοντας το σκοτεινό το δάσος
Γιατί ψηλά στον ουρανό που κατοικούνε τ' άστρα
Μαζεύονται όλοι οι ποιητές
Και οι εραστές καπνίζουν σιωπηλοί πράσινα φύλλα
Μασάν χρυσόσκονη πηδάνε τα ποτάμια
Και περιμένουν
Να λιγωθούν οι αστερισμοί και να λιγοθυμήσουν
Να πέσουν μεσ' στον ύπνο σου
Να γίνουν αναστεναγμός στην άκρη των χειλιών σου
Να σε ξυπνήσουν και να δεις απ' το παραθυρό σου
Το προσωπό μου φωτεινό
Να σχηματίζει αστερισμό
Να σου χαμογελάει
Και να σου ψιθυρίζει
Καλή νύχτα

Μάνος Χατζιδάκις, Μυθολογία

30.8.10

Άσε με ήσυχο

Tώρα σε λογαριάζω στα φαντάσματα
Γιομίζουν τις ώρες μου
Έρχονται κάτω απ' το παράθυρό μου
Oυρλιάζουν
Zητούν εμένα ή τα χαμένα όνειρα
Aνακαλούν την πρώτη-πρώτη νιότη
Mε τις αστραπές
Όσα δε ξαναγυρίζουν

Nα μην ξαναγυρίζουν ποτέ!
Tουλάχιστον δεκαπέντε φορές ερωτεύθηκα
Ώς το θάνατο
Για έξη μήνες για ένα χρόνο
Mε maximum τα τρία χρόνια
Kαι δεν υπολογίζω τις χιλιάδες περιπέτειες
Kράταγαν μια νύχτα ώς μια βδομάδα
Σε κρεβάτια σε πάρκα σε αμμουδιές
Έτσι μέτρησα τη ζωή μου
Kαι δε βαρέθηκα ακόμη

Eίσαι ο δέκατος έκτος μεγάλος μου έρωτας
O έσχατος
Γιά σκέψου αν σκέπτεσαι
Aλλ' ας σκεφθούμε
Tώρα ν' αυτοκτονήσεις ή ν' αυτοκτονήσω
Θα 'ταν λίγο αστείο
Bέβαια ξενύχτησα μπροστά στην πόρτα σου τελευταία
Περισσότερο από νευρικότητα
Aλλά πάλι να με κυνηγάς ενώ σε κυνηγούνε!
Mε κείνα τα περίφημα εικοσιδυό σου χρόνια
Tα μάτια σου που θυμίζουν θάλασσες
Kι άλλοτε βαθειές καταχνιές
Tο στόμα σου
Λες και δεν υπάρχει πιο όμορφο στόμα;
Tο σώμα σου
Aυτό που φθείρεται ανεπανόρθωτα
Tρέξε λοιπόν να προλάβεις

H μια ανάμνηση
Πλάι στην ανάμνηση
Tην άλλη ανάμνηση
Kάνουν μια
Tο ένα πρόσωπο στα χίλια πρόσωπα
Kάνουν ένα
Δεν ξέρω πότε υπέφερα πιο πολύ
Πιο λίγο
Άσε με ήσυχο

13.8.10

Ρίσκο

Είσαι για ένα ταξίδι στ'ανοιχτά;
Είσαι για ένα ρίσκο;
Θελω να μου υποσχεθείς πως δε θα πάρεις
μετεωρολογικό δελτίο.
Πως δε θα χεις μαζί σου
προμήθειες και αποσκευές.
Πως δε θα γεμίσεις
το πλεούμενο με σωσίβια.
Θα δέσουμε την άγκυρά μας
στα φτερά των γλάρων.
Και θα ορίσουμε τιμονιέρη μας
το πιο τρελό δελφίνι.
Θα σου χαρίσω
όλο το γαλάζιο του πελάγου.
Όλο το χρυσαφι του ήλιου.
Όλο το ροζ του δειλινού.
Να χεις χρώματα πολλά
να βάφεις τους πόθους και τις σκέψεις σου.
Θα γεμίσω τ'αμπάρι μας με ονειρα.
Να χεις πολλά.
Να μη φοβάσαι πως θα σου τελειώσουν.
Αν έχει λιακάδα θα απλώσουμε
τα δίχτυα της ζωής μας στην κουβέρτα
και θα μπαλώσουμε τις τρύπες
που μας ανοιξαν τα σκυλόψαρα.
Αν έχει βροχή θα βγάλουμε τη ψυχή μας
στ΄άλμπουρο να ξεπλυθεί.
Είσαι επιτέλους, για ένα ταξίδι στ ανοιχτά;
Για ένα ρίσκο;

22.7.10

Dreamships

The tear has found its destiny,
again upon my cheek
and with this tear flows light
...I cast away my light
As a beggar
I've kneeled for love
Fought hard the battle, never won and
on the shores of love,
I've watched the ebbing tide
of wanton freedom,
flow away tenderness,... grain by grain

As Robinson Crusoe,
powerless,
... stranded on his island
once again
I watch man Friday

Bounding towards horizon,
... on sail
with my lost ship of dreams

19.7.10

Τα εύρετρα

Tα ξεφύλλιζες, κοντοστεκόσουν κάθε τόσο
διάβαζες τάχα κάτι σε διαπερνούσε
αδιάβαστες κρυφογελούσαν οι σελίδες
μετά τα ζύγιασες όλα στη χούφτα σου
σα να ήταν κέρματα
χοντρικά τα εξετίμησες
ουκ ολίγα είπες
έκπληκτος πώς τ’ απέκτησες με ρωτάς.
Yποκριτή, γραμμή δε διάβασες
αλλιώς θα το ’βλεπες
το γράφω εδώ μέσα πρώτο πρώτο
τα εύρετρα είναι
εσύ μου τα έδωσες
επειδή σε βρήκα
σε μέτρησα και ήσουνα πολλά
ξαναμετρώ κι ήσουν αλλιώς
το άφησα να είσαι κι απ’ τα δυο
δε σου αφαίρεσα ούτε μία
απ’ τις χιλιάδες ωραιότητες που είχες
ούτε μισή απ’ τις πολύτιμες ασκήμιες σου
κόσμε.

9.7.10

Αποχαιρετισμός/Despedida

Ανάμεσα σε μένα και την αγάπη μου πρέπει να υψωθούν
τριακόσιες νύχτες σαν τριακόσιοι τοίχοι
και η θάλασσα θα είναι μια μαγεία ανάμεσα μας
Δε θα υπάρχουν παρά μόνο αναμνήσεις.
Μόνο απογεύματα που θ'αγγίζουν τη λύπη
νύχτες με την ελπίδα να σε δω,
ύπαιθροι στο δρόμο μου, η σιγουριά
ότι είμαι ζωντανός και χαμένος...
Οριστικά, όπως ένα μάρμαρο
θα θλίβει η απουσία σου όλα τα απογεύματα.
-----------------------------------------------------------
Entre mi amor y yo han de levantarse
trescientas noches como trescientas paredes
y el mar será una magia entre nosotros.
No habrá sino recuerdos.
Oh tardes merecidas por la pena,
noches esperanzadas de mirarte,
campos de mi camino, firmamento
que estoy viendo y perdiendo...
Definitiva como un mármol
entristecerá tu ausencia otras tardes.

7.7.10

Εκείνο

Έρχονται ώρες, που ξαφνικά σε πλημμυρίζει ολάκαιρο
η νοσταλγία του ανέκφραστου - σαν τη θολή, αόριστη
ανάμνηση απ' τη γεύση ενός καρπού,
που'φαγες κάποτε, πριν χρόνια, σαν ήσουνα παιδί,
μια μέρα μακρινή, λιόλουστη - και θέλεις να τη θυμηθείς
κι όλο ξεφεύγει.
Τα μάτια σουγεμίζουν τότε από να θάμπος χαμένων παιδικών καιρών.
Ή ίσως κι απο δάκρυα.

Γι αυτό, σας λέω, πιστεύετε πάντοτε έναν άνθρωπο που κλαίει.
Είναι η στιγμή που σας απλώνει το χέρι του,
φιμωμένο και γιγάντιο,
Εκείνο που ποτέ δε θα ειπωθεί.

1.7.10

Γράμμα

Ὁ ταχυδρόμος,
σέρνοντας στὰ βήματά του τὴν ἐλπίδα μου
μοῦ ῾φερε καὶ σήμερα ἕνα φάκελο
μὲ τὴ σιωπή σου.
Τὸ ὄνομά μου γραμμένο ἀπ᾿ ἔξω μὲ λήθη.
Ἡ διεύθυνσή μου ἕνας ἀνύπαρκτος δρόμος.
Ὅμως ὁ ταχυδρόμος
τὸν βρῆκε ἀποσυρμένο στὴ μορφή μου,
κοιτώντας τὰ παράθυρα ποὺ ἔσκυβαν μαζί μου,
διαβάζοντας τὰ χέρια μου
ποὺ ἔπλαθαν κιόλας μιὰ ἀπάντηση.
Θὰ τὸν ἀνοίξω μὲ τὴν καρτερία μου
καὶ θὰ ξεσηκώσω μὲ τὴ μελαγχολία μου
τ᾿ ἄγραφά σου.
Κι αὔριο θὰ σοῦ ἀπαντήσω
στέλνοντάς σου μιὰ φωτογραφία μου.
Στὸ πέτο θὰ ἔχω σπασμένα τριφύλλια,
στὸ στῆθος σκαμμένο
τὸ μενταγιὸν τῆς συντριβῆς.
Καὶ στ᾿ αὐτιά μου θὰ κρεμάσω-συλλογίσου-
τὴ σιωπή σου.

21.6.10

ΓΚΟΛ!!! (Γένεση μιας κραυγής)

Όταν το «Γκ» στριμώχνεται στο λαιμό,
όπως χιλιάδες «Γκ» που μαλώνουν
για να βρουν το «ο», να το μεταφέρουν αλλού
και να διαχυθεί στη ζεστή ατμόσφαιρα.
Και τυλίγονται μαζί, για να διαχυθούν
πίσω από άλλα ίδια που έχουν ήδη εκραγεί.
Και ρίχνουν κυλιόμενες νάρκες
και φεύγουν για τόπους εκστατικούς.
Και το τελικό «λ», σαν ένας ήχος,
σαν ζωντανή μεταλλική σφραγίδα,
σείεται, χορδή με παλμό ηλεκτρικό,
αλλά εντωμεταξύ αναζητά τους καρδιακούς παλμούς.
Μαζί τα τρία θα είναι η μεγαλύτερη κραυγή.
Αυτή που περίμενε καθώς μεγάλωνε, κρυμμένη.
Και μπορεί να υπάρξει ή όχι, αλλά όταν λέγεται
έχει σκόνη, λάμψη, έκρηξη, καπνό...

21.5.10

Σα να διάλεξες

Παρασκευή είναι σήμερα θα πάω στη λαϊκή
να κάνω έναν περίπατο στ' αποκεφαλισμένα περιβόλια
να δώ την ευωδιά της ρίγανης
σκλάβα σε ματσάκια.

Πάω μεσημεράκι που πέφτουν οι τιμές των αξιώσεων
βρίσκεις το πράσινο εύκολο
σε φασολάκια κολοκύθια μολόχες και κρινάκια.
Aκούω εκεί τι θαρρετά εκφράζονται τα δέντρα
με την κομμένη γλώσσα των καρπών
ρήτορες σωροί τα πορτοκάλια και τα μήλα
και παίρνει να ροδίζει λίγη ανάρρωση
στις κιτρινιάρικες παρειές
μιας μέσα βουβαμάρας.

Σπάνια να ψωνίσω. Γιατί εκεί σου λένε διάλεξε.
Eίναι ευκολία αυτή ή πρόβλημα; Διαλέγεις και μετά
πώς το σηκώνεις το βάρος το ασήκωτο
που έχει η εκλογή σου.
Eνώ εκείνο το έτυχε τι πούπουλο. Στην αρχή.
Γιατί μετά σε γονατίζουν οι συνέπειες.
Aσήκωτες κι αυτές. Kατά βάθος είναι σαν να διάλεξες.

Tο πολύ ν' αγοράσω λίγο χώμα. Όχι για λουλούδια.
Για εξοικείωση.
Eκεί δεν έχει διάλεξε. Eκεί με κλειστά τα μάτια.

18.5.10

Αναπότρεπτο

Όλα δείχναν πως είχε τελειώσει η αγάπη μας.
Τα χάδια μας ξυπνούσαν τώρα πιότερο την ανάμνηση
παρά το ίδιο μας το κορμί. Κι όμως δε θέλαμε να το
πιστέψουμε,
επιμέναμε. Σκεπάζοντας τις ρωγμές του χρόνου
με όρκους, δάκρυα, ασέλγειες, κι άλλες τέτοιες υπέροχες
και μάταιες υπερβολές.

Μα όταν εκείνο το βράδι σηκωθήκαμε και ντυθήκαμε σιωπηλά
κι έφυγες χωρίς να σε σταματήσω ή να σε καλέσω πίσω
και το κρεβάτι έμεινε βουλιαγμένο κι αδειανό, σαν ένας τάφος
που ζητάει τον νεκρό του,
και βρέθηκες μονάχη στη μέση του δρόμου, κι εγώ
καταμόναχος στην άδεια παγωμένη κάμαρα,
έκλαψα, έκλαψα τότε ατέλειωτα,
καθώς είδα με τρόμο ξαφνικά, πόσο είχαμε σταθεί για πάντα
ξένοι.

13.5.10

Όσο με πληγώνεις

Ολόκληρος στον έρωτα δοσμένος,
άλλη χαρά δεν έχω παρά μόνο
στην άγρια σου ματιά να κρυφολιώνω
και να σου είμαι πάντα υποταγμένος.

Κι όταν στα πόδια σου γονατισμένος,
τ' απελπισμένα χέρια μου απλώνω
κι εσύ με διώχνεις, νιώθω τέτοιον πόνο,
που ευφραίνομαι, σα σκύλος κλοτσημένος.

Σκληρό αγόρι, όσο με πληγώνεις,
τόσο και πιο πολλή χαρά μού δίνεις∙
σκιρτά η ψυχή μου όταν τη ματώνεις

και τρέμει από φόβο μήπως γίνεις
πιο τρυφερός μια μέρα - γιατί ξέρει
να χαίρεται μονάχα αν υποφέρει.

7.5.10

Εν μεγάλη Ελληνική αποικία, 200 π.Χ.

Ότι τα πράγματα δεν βαίνουν κατ' ευχήν στην Αποικία
δεν μέν' η ελαχίστη αμφιβολία,
και μ' όλο που οπωσούν τραβούμ' εμπρός,
ίσως, καθώς νομίζουν ουκ ολίγοι, να έφθασε ο καιρός
να φέρουμε Πολιτικό Αναμορφωτή.

Όμως το πρόσκομμα κ' η δυσκολία
είναι που κάμνουνε μια ιστορία
μεγάλη κάθε πράγμα οι Αναμορφωταί
αυτοί. (Ευτύχημα θα ήταν αν ποτέ
δεν τους χρειάζονταν κανείς). Για κάθε τι,
για το παραμικρό ρωτούνε κ' εξετάζουν,
κ' ευθύς στον νου τους ριζικές μεταρρυθμίσεις βάζουν,
με την απαίτησι να εκτελεσθούν άνευ αναβολής.

Έχουνε και μια κλίσι στες θυσίες.
Παραιτηθείτε από την κτήσιν σας εκείνη·
η κατοχή σας είν' επισφαλής:
η τέτοιες κτήσεις ακριβώς βλάπτουν τες Αποικίες.
Παραιτηθείτε από την πρόσοδον αυτή,
κι από την άλληνα την συναφή,
κι από την τρίτη τούτην: ως συνέπεια φυσική·
είναι μεν ουσιώδεις, αλλά τι να γίνει;
σας δημιουργούν μια επιβλαβή ευθύνη.

Κι όσο στον έλεγχό τους προχωρούνε,
βρίσκουν και βρίσκουν περιττά, και να παυθούν ζητούνε·
πράγματα που όμως δύσκολα τα καταργεί κανείς.

Κι όταν, με το καλό, τελειώσουνε την εργασία,
κι ορίσαντες και περικόψαντες το παν λεπτομερώς,
απέλθουν, παίρνοντας και την δικαία μισθοδοσία,
να δούμε τι απομένει πια, μετά
τόση δεινότητα χειρουργική.-

Ίσως δεν έφθασεν ακόμη ο καιρός.
Να μη βιαζόμεθα· είν' επικίνδυνον πράγμα η βία.
Τα πρόωρα μέτρα φέρνουν μεταμέλεια.
Έχει άτοπα πολλά, βεβαίως και δυστυχώς, η Αποικία.
Όμως υπάρχει τι το ανθρώπινον χωρίς ατέλεια;
Και τέλος πάντων, να, τραβούμ' εμπρός.


3.5.10

Βρόχος

Τώρα που σ' έχω διαγράψει απ' την καρδιά μου,
ξαναγυρνάς όλο και πιο πολύ επίμονα,
όλο και πιο πολύ τυραννικά.
Δεν έχουν έλεος τα μάτια σου για μένα,
δεν έχουν τρυφερότητα τα λόγια σου,
τα δάχτυλά σου έγιναν τώρα πιο σκληρά,
έγιναν πιο κατάλληλα για το λαιμό μου.


Ντίνος Χριστιανόπουλος

29.4.10

Επέστρεφε

Επέστρεφε συχνά και παίρνε με,
αγαπημένη αίσθησις επέστρεφε και παίρνε με --
όταν ξυπνά του σώματος η μνήμη,
κ' επιθυμία παληά ξαναπερνά στο αίμα·
όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται,
κ' αισθάνονται τα χέρια σαν ν' αγγίζουν πάλι.

Επέστρεφε συχνά και παίρνε με την νύχτα,
όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται...



Κ.Π. Καβάφης, σαν σήμερα γεννήθηκε το 1863.

19.4.10

Επιθυμίες/Wants

Πέρα απ' όλα αυτά, η επιθυμία τού να είσαι μόνος:
Άσχετα με το πόσο σκοτεινιάζει ο ουρανός με προσκλητήριες κάρτες
Άσχετα με το πόσο ακολουθούμε τις εγχάρακτες οδηγίες του σεξ
Άσχετα με το πόσο η οικογένεια φωτογραφίζεται κάτω από τη σημαία –
Πέρα απ' όλα αυτά, η επιθυμία τού να είσαι μόνος.

Κάτω απ' όλα αυτά, υφέρπει της λησμονιάς η επιθυμία:
Παρ' όλες τις απατηλές εντάσεις του ημερολογίου
Την ασφάλεια ζωής, τις δημοσιοποιημένες ιεροτελεστίες της γονιμότητας
Την επισφαλή αποστροφή τού νου από το θάνατο –
Κάτω απ' όλα αυτά, υφέρπει της λησμονιάς η επιθυμία.

--- *** ---

Beyond all this, the wish to be alone
However the sky grows dark with invitation-cards
However we follow the printed directions of sex
However the family is photographed under the flagstaff—
Beyond all this, the wish to be alone

Beneath it all desire of oblivion runs
Despite the artful tensions of the calendar,
The life insurance, the tabled fertility rites,
The costly aversion of the eyes from death—
Beneath it all desire of oblivion runs.


Philip Larkin και το βρήκα ΕΔΩ.

1.4.10

Μεγάλη Εβδομάδα

Το Όχι είναι δισύλλαβο:
βρέ-χει.
Ο Πιλάτος φοράει το μπλε του αδιάβροχο,
δεν βρίσκει ταξί,
οι συνειδήσεις συνωστίζονται
στον ίδιο μονόδρομο,
όλοι νίπτουν τας χείρας των,
μάλιστα τέτοιες μέρες.
Το Όχι είναι δισύλλαβο,
η ψιλή και η οξεία στο ο
κεντρώνει το Όχι, μονόγραμμα των ημερών.
Το παράθυρο είναι δίφυλλο,
η ψιλή και οξεία βροχή
το κεντρώνει,
μονόγραμμα στο κλειστό Όχι.

Οι καμπάνες οι πένθιμες
ανοίγουν αυλάκια στον αέρα,
χύνονται και ποτίζουν εκτεταμένες ατονίες
ωσότου κάποια απόσταση απότιστη
να τις απορροφήσει.
Οι καμπάνες, ασχέτως τού πένθιμες,
πάντοτε κάτι αποχωρίζουν,
πολλώ μάλλον οι πένθιμες.

Οι καμπάνες φορτώνουν
βαλίτσες στα πούλμαν,
τα τρένα τρέχουνε, ξεσκίζουν
και βάζουν κλήρο
στα ιμάτια των τοπίων.

Σταύρωσον, σταύρωσον
τα χέρια σου στο στήθος…
Τι άλλο να κάνω;
Ποιο μέτρο να κινητοποιήσω;
Πού ξέρω από πού
φεύγει το κάθε πράγμα;
Κάθε κατεύθυνση έχει το άλλοθί της.

Οι πασχαλιές εσταυρωμένες
σ’ ένα φθηνό ανθοδοχείο
εμψυχώνουν το άρωμα του θανάτου.
Τα μάτια σου
είναι οι δύο ληστές,
εκ δεξιών και εξ ευωνύμων.

Το Όχι είναι δισύλλαβο,
επιμένω
βρέ-χει.
Οι εκκλησίες ξεχειλίζουν,
όπως ξεχειλίζουν τα ποτήρια
στα άλλα πάθη που εορτάζουμε.

Οί εκκλησίες ξεχειλίζουν
αγάπα τον πλησίον σου…
Απαίτηση,
που μες στη ρύμη και τη γλύκα των ψαλμών,
περνάει σαν εύκολη αγάπη
και χάνει τη θεία απανθρωπιά της,
το θείο ανεφάρμοστο.

Στην κοπιώδη πορεία τού δεηθώμεν
τα μεγάλα κεριά προχωρούν,
τα κεριά της δραχμής μένουν πίσω.
Τα μικρά κεριά κουράζονται εύκολα,
λυγίζουν και διεκτραγωδούν
το αντίτιμο τους.
Η ανισότης των κεριών
αναλιώνει μυσταγωγικά.
Ο θεός τους ο νεωκόρος
τα ρίχνει στον Καιάδα της ανατήξεως.

Ξεχειλίζουν οι εκκλησίες.
Δεν χωράω, δεν πειράζει.
Θα μάθω το τετέλεσται
από άλλη πηγή.
Πιο θετική.

28.3.10

Εδώ τελειώνουν τα έργα της θάλασσας

Εδώ τελειώνουν τα έργα της θάλασσας, τα έργα της αγάπης.
Εκείνοι που κάποτε θα ζήσουν εδώ που τελειώνουμε
αν τύχει και μαυρίσει στη μνήμη τους το αίμα και ξεχειλίσει
ας μη μας ξεχάσουν, τις αδύναμες ψυχές μέσα στ' ασφοδίλια.

Ας γυρίσουν προς το έρεβος τα κεφάλια των θυμάτων:
Εμείς που τίποτα δεν είχαμε θα τους διδάξουμε τη γαλήνη.
Ας μη μας ξεχάσουν.



Γιώργος Σεφέρης

25.3.10

Όμορφη και παράξενη πατρίδα

Όμορφη και παράξενη πατρίδα
ω σαν αυτή που μου 'λαχε δεν είδα

Ρίχνει να πιάσει ψάρια πιάνει φτερωτά
στήνει στην γη καράβι κήπο στα νερά
κλαίει φιλεί το χώμα ξενιτεύεται
μένει στους πέντε δρόμους αντρειεύεται
Όμορφη και παράξενη πατρίδα
ω σαν αυτή που μου 'λαχε δεν είδα

Κάνει να πάρει πέτρα την επαρατά
κάνει να τη σκαλίσει βγάνει θάματα
μπαίνει σ' ένα βαρκάκι πιάνει ωκεανούς
ξεσηκωμούς γυρεύει θέλει τύρρανους

Όμορφη και παράξενη πατρίδα
ω σαν αυτή που μου 'λαχε δεν είδα



Οδυσσέας Ελύτης

23.3.10

Όταν γέρνω τα βράδια

Όταν γέρνω στα βράδια
ρίχνω τα δίχτυα της θλίψης μου
στα ωκεάνια μάτια σου
Οταν γέρνω τα βράδυα
βρίσκω τη μοναξιά
να καίει στην πιο ψηλή φωτιά
Και σάμπως νά΄ναι ναυαγός
τα χέρια της χτυπά - τα χέρια της.

Πάνω από τα μάτια σου που χάνονται
σου στέλνω κόκκινα σινιάλα
σινιάλα που χτυπούν όπως τα κύματα
στην άκρη κάποιου φάρου

Μα εσύ είσαι τόσο μακρυνή
τόσο δικιά μου είσαι
κορίτσι εσύ που μέσα σου
μόνο σκοτάδια κρύβεις
κι από το βλέμμα σου, στιγμές
προβάλλει αχτίδα φως

Όταν γέρνω στα βράδια
ρίχνω τα δίχτυα της θλίψης μου
στο κύμα που βογκά
στα ωκεάνια μάτια σου

Τα νυχτοπούλια δακρύζουν
κάτω από τα αστέρια
που λάμπουν - όπως η ψυχή μου
να σ΄αγαπάει

Η γη θα καλπάζει
φωτίζοντας τους τάφους
γάλάζια στάχυα

21.3.10

Η θάλασσα

Η θάλασσα είναι σαν τον έρωτα:
μπαίνεις και δεν ξέρεις αν θα βγεις.
Πόσοι δεν έφαγαν τα νιάτα τους –
μοιραίες βουτιές, θανατερές καταδύσεις,
γράμπες, πηγάδια, βράχια αθέατα,
ρουφήχτρες, καρχαρίες, μέδουσες.
Αλίμονο αν κόψουμε τα μπάνια
Μόνο και μόνο γιατί πνίγηκαν πεντέξι.
Αλίμονο αν προδώσουμε τη θάλασσα
Γιατί έχει τρόπους να μας καταπίνει.
Η θάλασσα είναι σαν τον έρωτα:
χίλιοι τη χαίρονται – ένας την πληρώνει.

Ντίνος Χριστιανόπουλος

17.3.10

Το ριψοκίνδυνο όραμα της φαντασίας

Η φαντασία -
απόφοιτος του Πλάστη
γόνος του παραλογισμού
και της υπεροψίας -

σε κοίταξε εξονυχιστικά και είπε

«δε μου ταιριάζεις είσαι αβλαβής.
Σε κίνδυνο θα σε μεταμορφώσω
με τον πιο ταχύ και αλάνθαστο τρόπο:
αγαπώντας σε.

Θηρίο θα σε σκηνοθετήσω
σε απόσταση μάχης

να μου ξεφεύγουν
οι βρυχηθμοί των ελιγμών σου
να υπερπηδούν το λάκκο που ‘χω σκάψει
σκεπασμένον
με απατηλή στερεότητα κλαδιών
ζωώδους αγριότητας».

Έτσι έγινε
κι έρχεσαι τώρα εσύ επίπλαστο θηρίο
και μου ζητάς εμένα το λόγο
με ποιο δικαίωμα σε άλλαξα
από λαγό σε σαρκοβόρο
λες και σ’ ερωτεύθηκα εγώ.

Τα παράπονά σου στη φαντασία.
Αυτή εξευρίσκει λάλημα
όταν δεν ξημερώνει.

Να την ευγνωμονείς.

Αν η φαντασία δε σκηνοθετούσε
υπαρκτόν θηριώδη τον έρωτα
ποτέ καμιά πραγματικότης
δε θα μας είχε αγαπήσει


ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ - ΤΟ ΡΙΨΟΚΙΝΔΥΝΟ ΟΡΑΜΑ ΤΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ
Από την ποιητική συλλογή της «Μεταφερθήκαμε παραπλεύρως»

15.3.10

Γύμνωσε την επιθυμία σου ως το κόκαλο

Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη – Μα που γύριζες
Ολημερίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας
Αετοφόρος άνεμος γύμνωσε τους λόφους
Γύμνωσε την επιθυμία σου ως το κόκαλο
Κι οι κόρες των ματιών σου πήρανε τη σκυτάλη της Χίμαιρας
Ριγώντας μ’ αφρό τη θύμηση!
Που είναι η γνώριμη ανηφοριά του μικρού Σεπτεμβρίου
Στο κοκκινόχρωμα όπου έπαιζες θωρώντας προς τα κάτω
Τους βαθιούς κυαμώνες των άλλων κοριτσιών
Τις γωνιές όπου οι φίλες σου άφηναν αγκαλιές τα δυοσμαρίνια

-Μα που γύριζες
Ολονυχτίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας
Σου ‘λεγα να μετράς μες στο γδυτό νερό τις φωτεινές του μέρες
Ανάσκελη να χαίρεσαι την αυγή των πραγμάτων
Ή πάλι να γυρνάς κίτρινους κάμπους
Μ’ ένα τριφύλλι φως στο στήθος σου ηρωίδα ιάμβου.

Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη
Κι ένα φόρεμα κόκκινο σαν το αίμα
Βαθιά μες στο χρυσάφι του καλοκαιριού
Και τ’ άρωμα των γυακίνθων – Μα που γύριζες

Κατεβαίνοντας προς τους γιαλούς τους κόλπους με τα βότσαλα
Ήταν εκεί ένα κρύο αλμυρό θαλασσόχορτο
Μα πιο βαθιά ένα ανθρώπινο αίσθημα που μάτωνε
Κι άνοιγες μ’ έκπληξη τα χέρια σου λέγοντας τ’ όνομά του
Ανεβαίνοντας ανάλαφρα ως τη διαύγεια των βυθών
Όπου σελάγιζε ο δικός σου αστερίας.

Άκουσε ο λόγος είναι των στερνών η φρόνηση
κι ο χρόνος γλύπτης των ανθρώπων παράφορος
Κι ο ήλιος στέκεται από πάνω του θηρίο ελπίδας
Κι εσύ πιο κοντά του σφίγγεις έναν έρωτα
Έχοντας μια πικρή γεύση τρικυμίας στα χείλη.
Δεν είναι για να λογαριάζεις γαλανή ως το κόκαλο άλλο καλοκαίρι,
Για ν΄αλλάξουνε ρέμα τα ποτάμια
Και να σε πάνε πίσω στη μητέρα τους,
Για να ξαναφιλήσεις άλλες κερασιές
Ή για να πας καβάλα στο μαΐστρο

Στυλωμένη στους βράχους δίχως χτες και αύριο,
Στους κινδύνους των βράχων με τη χτενισιά της θύελλας
Θ’ αποχαιρετήσεις το αίνιγμά σου.


Οδυσσέας Ελύτης - "Η Μαρίνα των βράχων"

13.3.10

Χωρίς να σε βλέπω

Χωρίς να σε βλέπω χωρίς να σου μιλάω
χωρίς ν’ αγγίζω ούτε μια σκιά απ’ το βήμα σου
χωρίς – πόσο γυμνός ακόμα θα ‘θελες να μείνω;

Μη με πιστεύεις, σε τίποτα μη με πιστέψεις.

Κι όταν εντάσσω τις στιγμές στα σίγουρα σχήματά μου
όταν ανασκευάζω το χαμόγελό σου
όταν αποκαλώ την ομορφιά φθαρτό περίβλημα
μη με πιστεύεις – κι όμως σου λέω την αλήθεια.

Δεν την αντέχω αυτή τη μάταια ελπίδα
να επιζώ σε μια τυχαία σου σκέψη
μα κάθε βράδυ τη ζεσταίνω απ’ την αρχή.


Τίτος Πατρίκιος

12.3.10

Θηρία

Eικόνες
Στοιβάζονται στα κατατόπια της μνήμης
Aναμνήσεις
Συνωστίζονται αλληλοκυνηγιούνται
Kαι είναι ανάγκη να τις τιθασέψεις
Nα κυριαρχήσεις σ’ αυτές
Kαι γίνεσαι θηριοδαμαστής
Όταν εκείνες το θέλουν να σε κατασπαράξουν
Όταν ακάθεκτες ορμούν την ψυχή να ξεσκίσουν
Nα! η τίγρης η ύαινα το λιοντάρι
Σε κυνηγούν ζωντανό-πεθαμένο
Πληγές που γιατρεύτηκαν ξανανοίγουν
Kαι τι μάχη
Tι άσκηση να μερώσεις
Nα δαμάσεις τόσα θηρία
Nα φτιάσεις τόσα κλουβιά
Για τις ώρες της άγριας επίθεσης


Μηνάς Δημάκης

9.3.10

Δέλεαρ

Όταν χτυπούν τα κύματα τα φιλιστρίνια
Του βαποριού που ταξιδεύει στις Ινδίες
Μένει σιωπηλή στην κουπαστή του
Κοιτάζοντας τα κύματα μια νέα
Ενώ θωπεύει τους μαστούς της ο μνηστήρ
Μελλοντικός εξηγητής της γλώσσας των νουφάρων
Στους μυστικούς διαδρόμους της Σιγκαπούρης
Παρά τα δοκάνια των ντόπιων και τους θρύλους
Νυχτερινών πουλιών και πρωινών εφημερίδων.

Ενδοχώρα 1934-1937
Τα κάστρα του ανέμου 1934




Υπουργείο Πολιτισμού.
Wiki.

7.3.10

Το έγκλημα της μοναξιάς

Κάθε που πέφτει επικίνδυνα το βράδυ,
ξυπνάει η φωνή σου μέσα μου και με ρημάζει·
κι όταν η νύχτα όλες τις γλυκιές εικόνες διώχνει,
προβάλλει εντός μου η βρώμικη ομορφιά σου
και σβήνει από τα μάτια τη λάμψη του Θεού.

Και τότε δίνομαι στο έγκλημα της μοναξιάς,
που χρόνια τώρα μέσα μου το ετοιμάζω,
και πια δεν έχει ουράνιο φεγγοβόλημα,
δεν έχει πια παιδικές χορωδίες,
μονάχα μια προσπάθεια για σπασμούς,
νυχτερινά χαρτονομίσματα τσαλακωμένα.

Wikipedia
Περι...γραφής

4.3.10

Κρυμμένα

Aπ’ όσα έκαμα κι απ’ όσα είπα
να μη ζητήσουνε να βρουν ποιος ήμουν.
Εμπόδιο στέκονταν και μεταμόρφωνε
τες πράξεις και τον τρόπο της ζωής μου.
Εμπόδιο στέκονταν και σταματούσε με
πολλές φορές που πήγαινα να πω.
Οι πιο απαρατήρητές μου πράξεις
και τα γραψίματά μου τα πιο σκεπασμένα —
από εκεί μονάχα θα με νιώσουν.
Aλλά ίσως δεν αξίζει να καταβληθεί
τόση φροντίς και τόσος κόπος να με μάθουν.
Κατόπι — στην τελειοτέρα κοινωνία —
κανένας άλλος καμωμένος σαν εμένα
βέβαια θα φανεί κ’ ελεύθερα θα κάμει.

3.3.10

After great Pain

After great pain, a formal feeling comes—
The Nerves sit ceremonious, like Tombs—
The stiff Heart questions was it He, that bore,
And Yesterday, or Centuries before?

The Feet, mechanical, go round—
Of Ground, or Air, or Ought—
A Wooden way
Regardless grown,
A Quartz contentment, like a stone—

This is the Hour of Lead—
Remembered, if outlived,
As Freezing persons, recollect the Snow—
First—Chill—then Stupor—then the letting go—


Το βρήκα ΕΔΩ.

1.3.10

Γράψε λάθος

Δεν φτάνει που ήσουν ερχομός θερμοκηπίων
ενόχλησες και την ορθογραφία μου.

Κατ΄επανάληψη λες, μ΄ έπιασες να γράφω
συνδιάζω αντί συνδυάζω που σημαίνει
συν-δύο, βάζω το ένα δίπλα στο άλλο
τα δυό μαζί ενώνω - το ζω το αφήνουμε έξω
γιά μετά, αν πετύχει ο συνδιασμός.

Δεν είναι λάθος φίλε μου.
Είναι μιά πρόωρη ανάπτυξη αδυναμίας.
Δείξε μου εσύ ένα ύψιλον
που να κατάφερε ποτέ σωστά να μας ενώσει.
Συνδιασμοί πολλοί αλλά πόσοι γνώρισαν
τη ρηματική του ζω απεραντοσύνη.

Απ΄τη σκοπιά του καθ΄ ενός η ορθογραφία.
Πάρε γιά παράδειγμα
τι κινητά που γράφεται το ψέμα:
όταν εσύ το εξακοντίζεις προς τον άλλον
σωστά το γράφεις μέσα σου, θαρραλέα.
Όμως όταν εσύ το δέχεσαι κατάστηθα
τότε το γράφεις ψαίμα.

Ρωτάς από που ως που
γράφω τη συμπόνοια με όμικρον γιώτα.
Ποιός ξέρει θα με παρέσυρε η άπνοια
ο ανοίκειος το ποίημα η οίηση
το κοιμητήριο η οικουμένη το οικτρόν
και η αοιδός επιθυμία
απ΄ την αρχή να ξαναγραφόταν ο κόσμος.

Εξάλλου σου θυμίζω η συμπόνια
πρωτογράφτηκε λάθος από το θεό.

26.2.10

Διάλογος ανάμεσα σε μένα και σε μένα

Σου είπα:
- Λύγισα.
Και είπες:
- Μή θλίβεσαι.
Απογοητεύσου ήσυχα.
Ήρεμα δέξου να κοιτάς
σταματημένο το ρολόι.
Λογικά απελπίσου
πως δεν είναι ξεκούρδιστο,
ότι έτσι δουλεύει ο δικός σου χρόνος.
Κι αν αίφνης τύχει
να σαλέψει κάποιος λεπτοδείκτης,
μη ριψοκινδυνέψεις να χαρείς.
Η κίνηση αυτή δεν θα 'ναι χρόνος.
Θα 'ναι κάποιων ελπίδων ψευδορκίες.
Κατέβα σοβαρή,
νηφάλια αυτοεκθρονίσου
από τα χίλια σου παράθυρα...
Για ένα μήπως τ' άνοιξες.
Κι αυτοξεχάσου εύχαρις.
Ό,τι είχες να πεις,
για τα φθινόπωρα, τα κύκνεια,
τις μνήμες, υδροροές των ερώτων,
την αλληλοκτονία των ωρών,
των αγαλμάτων την φερεγγυότητα,
ό,τι είχες να πεις
γι' ανθρώπους που σιγά-σιγά λυγίζουν,
το είπες.

25.2.10

Γένεσις

Στην αρχή ήταν το χάος.
Μετά γεννήθηκα εγώ, μονάχος, σ΄έναν κόσμο ραγισμένο
μ΄έναν κουρελιασμένο Θεό που γύριζε από πόρτα σε πόρτα
ζητιανεύοντας την ύπαρξή του.
Ύστερα γίναμε ξαφνικά δυό
φιληθήκαμε
κι άρχισε να σκοτώνει ο ένας τον άλλον.


Music Heaven

21.2.10

Η τρυφερότητα είναι αρρώστια

Εζησε πάντα μόνη.
Κλειδωμένη στον εαυτό της.
Για να κάνει την απελπισία της φανερή
σωριαζότανε κι έκλαιγε για μένα.
Την πέταξα οπως αδειάζει
τη στάχτη απ' το τασάκι.
Την άφησα να υποκρίνεται μονάχη
την άφησα να προσεύχεται μόνη.

Και τώρα αναρωτιέσαι γιατί
άφησα την φλόγα να σβήσει.
Θα κρατήσω το μυστήριό μου ανεξιχνίαστο
μυστικά μου θα μείνουν,τι είναι
πραγματικότητα και φαντασίωση.

Η τρυφερότητα είναι αρρώστια
κουρελιάζει τις άμυνές σου
γίνεσαι ο εύκολος στόχος.
Η τρυφερότητα ειναι αρρώστια
σε κάνει τόσο ευάλωτο.

Έζησε πάντα μόνος
λέγοντάς μου πως έτσι το θέλησε
ένα θύμα των περιστάσεων
αυτός που χάνει τις ευκαιρίες , είναι χαμένος.
Η αλήθεια , η αγάπη, τα ψέμματα,
όλα έγιναν ίδια γι' αυτόν.
Όμως ποτέ δεν ενέδωσε, στην εσχάτη αμαρτία.

Και τώρα ρωτάς γιατί, άναψα την φλόγα στα μάτια μου
Θα κρατήσω το μυστήριό μου ανεξιχνίαστο.
Θα μείνουν μυστικά μου
τι είναι πραγματικότητα και φαντασίωση.

Η τρυφερότητα είναι αρρώστια ,
κουρελιάζει τις άμυνές σου είσαι ο εύκολος
στόχος
και υποθέτω
οτι σε κάνει τόσο ευάλωτο
όταν αρρωσταίνουν απ ' αυτό το συναίσθημα
που όλοι ονομάζουν έρωτα.

Έκλαψα για σένα
Είπα ψέμματα για σένα
πέθανα χίλιες φορές για σένα διέπραξα
ατελείωτα εγκλήματα για σένα
παρέδωσα την ψυχή μου στον Διάβολο έκανα
οτι θάκανε αυτός.

Τώρα πιά θα κλειδώσω την καρδιά μου
και θα πετάξω μακριά τα κλειδιά
ο Ερωτας δεν είναι η μοίρα μου
ο Ερωτας δεν έχει θέση στο πεπρωμένο μου.

20.2.10

Φωνή απ' την θάλασσα

Βγάζει η θάλασσα κρυφή φωνή —
φωνή που μπαίνει
μες στην καρδιά μας και την συγκινεί
και την ευφραίνει.

Τραγούδι τρυφερό η θάλασσα μας ψάλλει,
τραγούδι που έκαμαν τρεις ποιηταί μεγάλοι,
ο ήλιος, ο αέρας και ο ουρανός.
Το ψάλλει με την θεία της φωνή εκείνη,
όταν στους ώμους της απλώνει την γαλήνη
σαν φόρεμά της ο καιρός ο θερινός.

Φέρνει μηνύματα εις ταις ψυχαίς δροσάτα
η μελωδία της. Τα περασμένα νειάτα
θυμίζει χωρίς πίκρα και χωρίς καϋμό.
Οι περασμένοι έρωτες κρυφομιλούνε,
αισθήματα λησμονημένα ξαναζούνε
μες στων κυμάτων τον γλυκόν ανασασμό.

Τραγούδι τρυφερό η θάλασσα μας ψάλλει,
τραγούδι που έκαμαν τρεις ποιηταί μεγάλοι,
ο ήλιος, ο αέρας και ο ουρανός.
Και σαν κυττάζεις την υγρή της πεδιάδα,
σαν βλέπεις την απέραντή της πρασινάδα,
τον κάμπο της πούναι κοντά και τόσο μακρυνός,
γεμάτος με λουλούδια κίτρινα που σπέρνει
το φως σαν κηπουρός, χαρά σε παίρνει
και σε μεθά, και σε υψώνει την καρδιά.
Κι αν ήσαι νέος, μες σταις φλέβες σου θα τρέξη
της θάλασσας ο πόθος· θα σε ’πη μια λέξι
το κύμα απ’ τον έρωτά του, και θα βρέξη
με μυστική τον έρωτά σου μυρωδιά.

Βγάζει η θάλασσα κρυφή φωνή —
φωνή που μπαίνει
μες στην καρδιά μας και την συγκινεί
και την ευφραίνει.

Τραγούδι είναι, ή παράπονο πνιγμένων; —
το τραγικό παράπονο των πεθαμένων,
που σάβανό των έχουν τον ψυχρόν αφρό,
και κλαίν για ταις γυναίκες των, για τα παιδιά των,
και τους γονείς των, για την έρημη φωλιά των,
ενώ τους παραδέρνει πέλαγο πικρό,

σε βράχους και σε πέτραις κοφτεραίς τους σπρώχνει,
τους μπλέκει μες στα φύκια, τους τραβά, τους διώχνει,
κ’ εκείνοι τρέχουνε σαν νάσαν ζωντανοί
με ολάνοιχτα τα μάτια τρομαγμένα,
και με τα χέρια των άγρια, τεντωμένα,
από την αγωνία των την υστερνή.

Τραγούδι είναι, ή παράπονο πνιγμένων;—
το τραγικό παράπονο των πεθαμένων
που κοιμητήριο ποθούν χριστιανικό.
Τάφο, που συγγενείς με δάκρυα ραντίζουν,
και με λουλούδια χέρια προσφιλή στολίζουν,
και που ο ήλιος χύνει φως ζεστό κ’ ευσπλαγχνικό.

Τάφο, που ο πανάχραντος Σταυρός φυλάει,
που κάποτε κανένας ιερεύς θα παή
θυμίαμα να κάψη και να ‘πη ευχή.
Χήρα τον φέρνει που τον άνδρα της θυμάται
ή υιός, ή κάποτε και φίλος που λυπάται.
Τον πεθαμένο μνημονεύουν· και κοιμάται
πιο ήσυχα, συγχωρεμένη η ψυχή.

Κ.Π. Καβάφης, Αποκηρυγμένα.