23.9.16

Ο πηλοπλάστης

Όλο σου το σώμα έχει
κούπα ή γλύκα προορισμένη σε μένα.

Όταν σηκώνω το χέρι
βρίσκω σε κάθε μέρος ένα περιστέρι
που με περίμενε, σαν
να σε είχαν, αγάπη μου, κάνει από πηλό
για τα ίδια μου τα χέρια του πηλοπλάστη.

Τα γόνατά σου, τα στήθια σου,
η μέση σου
λείπουνε μέσα μου όπως στο κενό
μιας διψασμένης γης
από όπου απέσπασαν
μία μορφή,
και οι δυο μαζί
είμαστε πλήρεις όπως ένας μόνο ποταμός,
όπως μια μόνον άμμος

21.3.16

Λόφοι

Το στόμα μου θα είναι βάραθρο με θειάφι καυτό.
Θα βρεις το στόμα μου κόλαση αποπλάνησης κι απόλαυσης.
Οι άγγελοι του στόματος μου θα θρονιαστούν στην καρδιά σου.
Οι στρατιώτες του στόματός μου θα σου επιτεθούν αιφνιδιαστικά.
Οι παπάδες του στόματός μου θα λιβανίζουν την ομορφιά σου.
Η ψυχή σου θα πάλλεται σαν μια περιοχή σεισμού.
Τα μάτια σου θα έχουν τότε φορτωθεί όλον τον έρωτα
της ανθρωπότητας συσσωρευμένον από πρωτόγονα χρόνια.
 


Το στόμα μου θα είναι μια στρατιά αντίπαλή σου.
Μια απειθάρχητη στρατιά αλλάζοντας καθώς ένας
ταχυδακτυλουργός το σχήμα και τον αριθμό της
η ορχήστρα και η χορωδία του στόματός μου θα ψάλλει
την αγάπη μου θα σου τη μουρμουρίζει από μακριά.
Κι εγώ όρθιος με μάτια καρφωμένα στο χρονόμετρο
Θα ορμήσω για έφοδο.




Φωτογραφία: The Kiss, 1922, Man Ray.

3.2.16

Γρήγορα κι αργά

Σίγουρα, ο κλοιός
στενεύει.
Πετάω φωτοβολίδες
καμιά
ανταπόκριση.
Δεν μου προξενεί
έκπληξη.
Μόνο το ότι
συνεχίζω.


Ειδικά
ενώ ξέρω
ότι το τέλος
είναι
εκεί
κι
εδώ.

15.6.15

Αν καυχιέται

Αν καυχιέται, τον ταπεινώνω.
Αν ταπεινώνεται, τον ανυψώνω.
Και τον έχω πάντα σε αυτές τις αντιθέσεις.
Μέχρι να καταλάβει.
Ότι είναι ένα τέρας ακατανόητο.

25.4.15

Έχω ποθήσει να ξεφύγω

Έχω ποθήσει να ξεφύγω από το ερπετό
της ψεύτικης ημέρας
κι απ’ τον αρχαίο τρόμων τον κατασπαραγμό,
γερνώντας πλέον φοβερά, καθώς η μέρα πέφτει
από το λόφο σε απροσμέτρητο βυθό∙
έχω ποθήσει να ξεφύγω
απ’ των χαιρετισμών
το πήγαινε-έλα. Ο άνεμος
γέμισε πνεύματα, πνευμάτων ήχους το χαρτί,
βροντάει κι αστράφτει κουδούνια και προσκλήσεις.
Έχω ποθήσει να ξεφύγω, όμως φοβάμαι∙
λίγη ζωή περισωσμένη αν ξεπηδούσε
απ’ του παλιού μου φόβου αποκαΐδι
ανάερα σκάζοντας και μ’ άφηνε τυφλό;
Από της νύχτας τον αρχαίο πανικό,
ένα καπέλο που έβγαλα,
τα χείλια μου σμιχτά στ’ ακουστικό,
δε θα με τσάκιζε αμέσως του θανάτου το φτερό;
Δεν φοβάμαι μην πεθάνω απ’ αυτά,
μισά συμβάσεις, ψέματα τ’ άλλα μισά.

11.11.14

Μετά

Μάρτυρες γιὰ τὰ λάθη σου δὲν εἶχες. Μόνος μάρτυρας
ὁ ἴδιος ἐσύ. Τὰ τακτοποίησες, τὰ μονόγραψες, τὰ σφράγισες
σὲ λευκοὺς πάντοτε φακέλους σὰ νὰ ἑτοίμαζες
τὴ δίκαιη διαθήκη σου. Ὕστερα
τὰ τοποθέτησες προσεχτικὰ στὰ ράφια. Τώρα, γαλήνιος,
(ἴσως καὶ κάπως φοβισμένος) οὔτε βιάζεσαι
οὔτε καθυστερεῖς, γνωρίζοντας ὅτι, μετὰ τὸ θάνατό σου,
θ᾿ ἀνακαλύψουμε πόσον ὡραῖος ἤσουν,
πόσο πολὺ πιὸ ὡραῖος πέρα ἀπ᾿ τὶς ἀρετές σου.

19.3.13

I like my body when it is with your


I like my body when it is with your
body. It is so quite new a thing.
Muscles better and nerves more.

I like your body. I like what it does,
I like its hows. I like to feel the spine
of your body and its bones, and the trembling
-firm-smoothness and which I will
again and again and again
kiss, i like kissing this and that of you,
I like, slowly stroking the, shocking fuzz
of your electric fur, and what-is-it comes
over parting flesh … And eyes big love-crumbs,

and possibly I like the thrill
of under me you so quite new.